ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΜΕΓΑΛΩΝ ΕΟΡΤΩΝ ΔΕΣΠΟΤΙΚΩΝ, ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΩΝ κ.α.

Ὕψωσις τοῦ τιμίου Σταυροῦ, Κήρυγμα 2018

14 Σεπτεμβρίου

O ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΑΝΕΙ ΘΑΥΜΑΤΑ

 

Σήμερα, ἀγαπητοί, ἑορτὴ μεγάλη, ἡ Ὕψωσις τοῦ τιμίου σταυροῦ. Ἡ ἡμέρα αὐτὴ ὑπενθυμίζει τὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα, τὰ σεπτὰ πάθη τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὅλα μᾶς μεταφέρουν στὸ Γολγοθᾶ, στὴν ἡμέρα ἐκείνη ποὺ σταυρώθηκε ὁ Υἱὸς τῆς Παρθένου.

Γιὰ τὸ σταυρὸ λοιπὸν θὰ μιλήσουμε κ᾽ ἐμεῖς. Ἀλλὰ ποιός μπορεῖ νὰ τὸν ὑμνήσῃ πρεπόντως; Ὁμολογοῦμε τὴν ἀδυναμία μας. Σκουλήκια ἐμεῖς, ποὺ σέρνονται δίπλα στὸ βράχο τοῦ Γολγοθᾶ, ἂς τολμήσουμε σήμερα νὰ ψελλίσουμε λίγες λέξεις γιὰ τὸ μεγαλεῖο τοῦ σταυροῦ.

* * *

Σταυρός, ἡ σημαία τῆς Χριστιανοσύνης, τὸ ἀκαταμάχητο ὅπλο, «ἡ ὡραιότης τῆς Ἐκκλησίας» ὅπως λέγει τὸ ἐξαποστειλάριο τοῦ ὄρθρου, τὸ ἐναέριο βῆμα, ὁ ἄμβωνας ἀπ᾽ ὅπου ἀκούστηκαν τὰ ὑψηλότερα ῥήματα. Σταυρός, τὸ ἄστρο τῆς ἡμέρας, ἡ κιβωτὸς τοῦ Νῶε, τὸ οὐράνιο τόξο, ὁ ἥλιος ποὺ φωτίζει καὶ θερμαίνει τὸν κόσμο. «Σταυρὲ τοῦ Κυρίου, βοήθει» μας.

Ὁ Σταυρὸς ἔκανε, κάνει καὶ θὰ κάνῃ θαύματα εἰς πεῖσμα τῶν δαιμόνων καὶ τῶν σκοτεινῶν δυνάμεων. Ὄχι μόνο στὴν καινὴ διαθήκη, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς χρόνους τῆς παλαιᾶς διαθήκης. Ὅπως τὸ πρωί, ὅταν ῥοδίζῃ ἡ αὐγή, λέμε ὅτι σὲ λίγο ἀνατέλλει ὁ ἥλιος, ἔτσι καὶ στὸν ἀρχαῖο κόσμο ὑπῆρχαν σημεῖα ποὺ ἔδειχναν ὅτι ἔρχεται ὁ σταυρός, ἔρχεται ὁ Χριστός. Μερικὰ ἀπὸ τὰ σημεῖα αὐτὰ θ᾽ ἀναφέρουμε.

Τὸ ἕνα ἔγινε στὴν Ἐρυθρὰ θάλασσα. Οἱ Ἑβραῖοι ἦταν σκλάβοι στὸν φαραώ. Ἐπὶ τέλους ἐλευθερώθηκαν καὶ γύριζαν στὴν πατρίδα τους. Μὲ ἡγέτη τὸ Μωυσῆ ἔφθασαν στὴν παραλία τῆς Ἐρυθρᾶς θαλάσσης. Ἔπρεπε νὰ περάσουν ἀπέναντι καὶ μάλιστα σύντομα, γιατὶ οἱ Αἰγύπτιοι μετανόησαν ποὺ τοὺς ἄφησαν ἐλεύθεροι, τοὺς κατεδίωκαν νὰ τοὺς κάνουν πάλι σκλάβους. «Μπρὸς γκρεμὸς καὶ πίσω ῥέμα». Τί νὰ ἔκαναν τὴ δύσκολη ἐκείνη στιγμή; Ἂς μὴν πιστεύουν οἱ ἄπιστοι, δικαίωμά τους· ἐμεῖς πιστεύουμε ὅτι ὅλα εἶνε δυνατὰ στὸ Θεό. Τί ἔγινε; Θαῦμα. Ὁ Μωυσῆς στάθηκε στὴν ὄχθη, σήκωσε τὸ ῥαβδί του κ᾽ ἔκανε τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, σταύρωσε τὴ θάλασσα. Καὶ ἡ θάλασσα σχίστηκε στὰ δύο, φάνηκε ὁ πυθμένας, ἄνοιξε δίοδος – δρόμος πλατύς· δεξιὰ κι ἀριστερὰ ὑψώθηκαν τείχη ὄχι ἀπὸ λίθους ἢ πλίνθους ἀλλ᾽ ἀπὸ νερό, πελώρια ὑδάτινα τείχη· καὶ μέσ᾽ ἀπὸ τὴν δίοδο αὐτὴ πέρασε ὅλος ὁ Ἑβραϊκὸς λαὸς χωρὶς νὰ βραχοῦν τὰ πόδια τους. Μόλις βγῆκαν αὐτοὶ ἀπὸ τὴν δίοδο, νά καὶ ἔρχεται ὁ φαραὼ μὲ τὰ ἅρματά του. Τολμοῦν, προχωροῦν, μπαίνουν στὴν δίοδο· ἀλλ᾽ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος ὁ Μωυσῆς ὑψώνει τὸ ὅπλο του, τὸ ῥαβδί του – σημεῖο τοῦ σταυροῦ. Σταύρωσε πάλι τὴν Ἐρυθρά Θάλασσα, καὶ ἡ θάλασσα ἐπανῆλθε στὴ φυσική της κατάστασι, τὰ τείχη τὰ ὑδάτινα ἔπεσαν κ᾽ οἱ Αἰγύπτιοι θάφτηκαν μέσα στὰ νερά (βλ. Ἔξ. κεφ. 14ο).

Ἕνα θαῦμα αὐτό. Τὸ ἄλλο θαῦμα τῆς παλαιᾶς διαθήκης ποὺ προανήγγελλε τὴ δύναμι τοῦ σταυροῦ εἶνε ὅταν βρέθηκαν στὴν ἔρημο καὶ δὲν ὑπῆρχε σταλαγματιὰ νερό. Τότε ὁ Μωυσῆς μὲ τὸ ῥαβδί του, ποὺ ἦταν τύπος τοῦ σταυροῦ, χτύπησε τὸ βράχο κι ἀνέβλυσε πηγὴ ποὺ πότισε καὶ δρόσισε τοὺς Ἰσραηλῖτες (βλ. Ἔξ. κεφ. 17,1-7).

Τὸ τρίτο θαῦμα ἔγινε ἐκεῖ ποὺ ἀντιμετώπισαν τὸν Ἀμαλήκ, φοβερὸ ἐχθρὸ ποὺ νικοῦσε τοὺς Ἑβραίους. Ἀλλ᾽ ὅταν ὁ Μωυσῆς, ποὺ παρακολουθοῦσε ἀπὸ τὴν κορυφὴ τοῦ βουνοῦ, ἅπλωνε τὰ χέρια του –κι ὅταν κάποιος ἐκτείνῃ τὰ χέρια σχηματίζει σταυρό–, οἱ Ἑβραῖοι ὑπερίσχυαν· κ᾽ ἔτσι ὁ Ἀμαλὴκ νικήθηκε (βλ. Ἔξ. κεφ. 17,8-16).

Καὶ τὸ τέταρτο θαῦμα εἶνε ὅταν ἀργότερα, προχωρώντας μέσα στὴν ἔρημο, βγῆκαν φίδια ποὺ τοὺς δάγκωναν καὶ τοὺς θανάτωναν. Τότε ὁ Μωυσῆς ὕψωσε πάνω σ᾽ ἕνα ξύλο ἕνα χάλκινο φίδι, ποὺ προτύπωνε τὸν Ἐσταυρωμένο· κι ὅταν κάποιον τὸν δάγκωνε φίδι, γύριζε καὶ ἀτένιζε τὸ χάλκινο φίδι, καὶ ἔτσι σῳζόταν (βλ. Ἀρ. 21,4-9).

* * *

Τὰ θαύματα ἐκεῖνα, στὰ παλιὰ πρὸ Χριστοῦ χρόνια, προμήνυαν τὸ μεγάλο θαῦμα ποὺ συνέβη κατόπιν στὸ Γολγοθᾶ. Τὸ ὅτι σείστηκε ἡ γῆ, κλονίστησαν τὰ θεμέλιά της, ὅτι ἄνοιξαν τάφοι, ἀναστήθηκαν νεκροὶ καὶ περπατοῦσαν μέσ᾽ στὰ Ἰεροσόλυμα, ὅτι σκοτίστηκε ὁ ἥλιος «ἀπὸ ἕκτης ὥρας …ἕως ὥρας ἐνάτης» (Ματθ. 27,45), ὅτι σχίστηκε τὸ καταπέτασμα τοῦ ναοῦ, αὐτὰ εἶνε μικρὰ θαύματα. Τὸ μεγάλο ποιό εἶνε· ὅτι ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ ὁ Χριστὸς σταυρώθηκε ὁ σατανᾶς νικήθηκε κατὰ κράτος! Τὸ μέγα θαῦμα εἶνε ὅτι τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ ἔγινε Ἰορδάνης καὶ θάλασσα, μέσα στὴν ὁποία πλένονται τὰ πλήθη τῶν ἁμαρτωλῶν. Ἕνα σταγονίδιο, ἕνα ἠλεκτρόνιο ἀπὸ τὸ αἷμα τοῦ Θεανθρώπου φτάνει γιὰ νὰ ξεπλυθοῦν οἱ ἁμαρτίες τοῦ κόσμου ὅλου. «Τῷ μώλωπι αὐτοῦ ἡμεῖς ἰάθημεν», λέει ὁ προφήτης Ἠσαΐας (53,5). «Καὶ τὸ αἷμα Ἰησοῦ Χριστοῦ …καθαρίζει ἡμᾶς ἀπὸ πάσης ἁμαρτίας», λέει ὁ Ἰωάννης ὁ Θεολόγος (Α΄ Ἰω. 1,7). Αὐτὸ εἶνε τὸ μέγα θαῦμα. Ἔκτοτε ὅσοι πιστεύουν εἰλικρινὰ στὸν Ἐσταυρωμένο καὶ ἀκολουθοῦν τὰ διδάγματά του, αὐτοὶ παρὰ τὰ ἐμπόδια θριαμβεύουν. Διότι ὁ σταυρὸς εἶνε ὅπλο ἀκαταμάχητο.

Θέλετε ν᾽ ἀναφέρουμε καὶ θαύματα ποὺ συνέβησαν μετὰ τὴ σταύρωσι τοῦ Χριστοῦ μας;

Τὸ 313 μ.Χ. ἔξω ἀπὸ τὴ ῾Ρώμη, στὴ Μαλβία γέφυρα, συγκρούσθηκαν δύο στρατοί, τῶν εἰδωλολατρῶν καὶ τῶν Χριστιανῶν τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, ὁ ὁποῖος εἶδε στὸν οὐρανὸ νὰ λάμπῃ ὁ σταυρὸς μὲ τὰ γράμματα· «Ἐν τούτῳ νίκα», κι ἀπὸ τότε ὕψωσε ὡς λάβαρό του τὸν τίμιο σταυρό. Ἔτσι νίκησε, μετέφερε τὴν ἕδρα του, καὶ τὸ Βυζάντιο ἔγινε ὁ φάρος ποὺ ἐπὶ χίλια χρόνια φώτισε Ἀνατολὴ καὶ Δύσι.

Θέλετε δεύτερο θαῦμα; Ἡ μητέρα τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, ἡ ἁγία Ἑλένη, πῆγε στοὺς Ἁγίους Τόπους γιὰ νὰ βρῇ τὸν τίμιο σταυρό, ποὺ οἱ Ἑβραῖοι τὸν εἶχαν ῥίξει μέσ᾽ στὴ κοπριὰ βαθειὰ στὴ γῆ κ᾽ ἦταν ἄφαντος, ἀργότερα δὲ στὸ λόφο ἐκεῖνο χτίστηκε ναὸς τῆς Ἀφροδίτης. Ἔσκαψε ἡ ἁγία καὶ βρῆκε τοὺς τρεῖς σταυρούς, τοῦ Κυρίου καὶ τῶν δύο λῃστῶν. Ποιός ἀπὸ αὐτοὺς νὰ ἦταν ὁ σταυρὸς τοῦ Κυρίου; Ἔκανε δοκιμή. Δοκίμασε τὸν ἕνα πάνω σ᾽ ἕνα νεκρό· τίποτε. Δοκίμασε τὸν δεύτερο πάνω στὸ νεκρό· τίποτε. Δοκίμασε τὸν τρίτο· καί, ὤ τοῦ θαύματος, ὁ νεκρὸς ἀναστήθηκε.

Τὸ ἄλλο εἶνε νεώτερο θαῦμα, στὸν βίο τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, ποὺ ἑωρτάσαμε στὶς 24 Αὐγούστου. Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὅπου πήγαινε ἔστηνε ἕνα σταυρὸ καὶ κάτω ἀπὸ αὐτὸν ἐκήρυττε. Ἔτσι ἔκανε καὶ στὸ Μουζάκι τῆς Θεσσαλίας. Πέρασε ὅμως ἕνας Τοῦρκος ἀγᾶς καὶ τὸν εἶδε· πῆρε τσεκούρι, γκρέμισε τὸ σταυρό, τὸν ἔκανε σανίδια, τὰ πῆρε στὸν ὀντᾶ του καὶ τά ᾽βαλε στὸ κρεβάτι του γιὰ νὰ κοιμᾶται πάνω σ᾽ αὐτά. Κοιμήθηκε; Μόλις ξάπλωσε, ἔγινε σεισμός· ὁ ἀγᾶς ἔπεσε χάμω, φώναζε καὶ ζητοῦσε τὴ βοήθεια τοῦ σταυροῦ. Τὴν ἑπομένη ἡμέρα, μετανοιωμένος, ταίριαξε τὰ ξύλα, πῆρε τὸ σταυρὸ στὸν ὦμο, τὸν ἔφερε πάλι ἐκεῖ ποὺ ἦταν, καὶ κάθε μέρα ἐρχόταν κι ἄναβε καντήλι.

Ἀλλὰ καὶ στὸν περασμένο αἰῶνα ὁ σταυρὸς θαυματούργησε. Τὸ 1912 στὸν ἀγῶνα κατὰ τῆς Ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας, ἡ Ἑλλάδα δὲν εἶχε παρὰ ἕνα μόνο ἀξιόμαχο καράβι, τὸν «Ἀβέρωφ». Τότε πάνω στὴ γέφυρα τοῦ πλοίου στάθηκε ὁ κυβερνήτης, ὁ Κουντουριώτης, ποὺ εἶχε τίμιο ξύλο. Τὸ ἔφερε καὶ λέει· Μπρός, παιδιά, θὰ νικήσουμε, θὰ νικήσῃ ὁ σταυρός! Καί, ἕνα καράβι αὐτό, «μάντρωσε» μέσα στὸν Ἑλλήσποντο ὁλόκληρο τὸ στόλο τῶν Τουρκαλάδων.

* * *

Παρ᾽ ὅλα ὅμως τὰ θαύματα, ἀγαπητοί, ὑπάρχουν δυστυχῶς καὶ ἐχθροὶ τοῦ σταυροῦ.

Εἶνε πρῶτα – πρῶτα οἱ χιλιασταὶ ἢ ἰεχωβᾶδες. Στὴ Θεσσαλονίκη ἕνας χιλιαστὴς εἶδε νὰ ἔχουν σχηματίσει ἔξω ἀπ᾽ τὴν πόρτα του ἕνα σταυρό, κ᾽ ἐπειδὴ δὲν μποροῦσε νὰ τὸν ἀπαλείψῃ, ἔβαλε φωτιὰ καὶ τὸν ἔκαψε. Μῖσος θανάσιμο, ὅπως οἱ Ἑβραῖοι.

Ἐχθροὶ τοῦ σταυροῦ εἶνε ἐκεῖνοι ποὺ ἀνοίγουν τὸ βρωμερό τους στόμα καὶ τὸν βλαστημοῦν· ἐνῷ δὲν θά ᾽πρεπε στὴν Ἑλλάδα οὔτε ἕνας νὰ βλαστημάῃ τὸν τίμιο σταυρό.

Ἐχθροὶ τοῦ σταυροῦ ὅμως εἴμαστε κ᾽ ἐμεῖς, ἀγαπητοί. Πῶς; Λέμε ὅτι τὸν τιμοῦμε, ἀλλὰ τὰ ἔργα μας δὲν εἶνε ἄξια τοῦ σταυροῦ. Τί σημαίνει σταυρός; Σταυρὸς ἴσον ἀλήθεια, δικαιοσύνη, ταπείνωσις, συγχώρησις, ἐλευθερία, ὅ,τι ὡραῖο καὶ ὑψηλό. Σταυρὸς ἴσον ἀγάπη μέχρι αὐταπαρνήσεως· «Ἀγαπᾶτε ἀλλήλους», «ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν» (Ἰω. 13,34. Ματθ. 5,44). Τὰ ἔχουμε αὐτά; τότε ἀξίως τιμοῦμε τὸν σταυρό· δὲν τὰ ἔχουμε; τότε εἴμαστε ἐχθροὶ κ᾽ ἐμεῖς τοῦ σταυροῦ, ὄχι ἀμέσως ἀλλὰ ἐμμέσως.

Σταυρός, λοιπόν, παντοῦ· στὰ στήθη μας, στὰ σχολεῖα, στὴν ἀγορά, στὰ δικαστήρια, στὸ στρατό, στὸ σπίτι. Σταυρὸς μόλις ξυπνᾶμε, στὸ φαγητό, τὸ βράδυ – τὰ μεσάνυχτα. Ἀκόμα καὶ σε πείσμα τῶν ἀπατεώνων γραικύλων, ἀθέων, μασόνων καὶ προδοτῶν ποὺ κυβερνοῦν σήμερα ἀλλὰ καὶ νὰ μὴ ξεχνᾶμε καὶ ἐκείνους τοὺς πολιτικάντηδες τῶν κομμάτων τῆς κλεπτοκρατίας, τῆς ρεμοῦλας καὶ τῆς λαμογιᾶς ποὺ χρόνια κυβέρνησαν τὴν πατρίδα μας καὶ τὴν ἔκαναν κουρέλι. Σταυρός, λοιπόν, παντοῦ! «Πέφτω κάνω τὸ σταυρό μου, ἄγγελος εἶνε στὸ πλευρό μου», ἔλεγαν οἱ ἀγράμματοι πρόγονοί μας.

Σταυρὸς πρὸ παντὸς στὴν καρδιά μας. Κι ὅταν ἔρθῃ ἡ τελευταία ἡμέρα μας, νὰ ποῦμε κ᾽ ἐμεῖς τὸ «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. 23,42), καὶ πάνω στὸ μνῆμα μας νὰ σταθῇ ἕνας ξύλινος σταυρός, ποὺ θὰ διαλαλῇ ὅτι εἴμαστε παιδιὰ τοῦ Ἐσταυρωμένου· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν.