Κυριακὴ Η΄ Λουκᾶ (Λουκ. 10,25-37)

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ = ΙΑΤΡΕΙΟ

 

Ἀκούσατε τὸ Εὐαγγέλιο, ποὺ εἶνε μία ἀπὸ τὶς ὡραιότερες παραβολές, ποὺ εἶπε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Εἶνε ἡ παραβολὴ τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτου.

Ὑπάρχει κανεὶς ποὺ δὲν ξέρει τὴν παραβολὴ τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτου; Ἀπὸ τὰ μικρά μας χρόνια ὁ καλός μας δάσκαλος μᾶς ἔμαθε αὐτὴ τὴν παραβολή. Ἂν καί, τώρα τελευταῖα, ὑπάρχει μία προσπάθεια δαιμόνων νὰ σβήσουν τὰ θρησκευτικὰ μαθήματα ἀπὸ τὰ σχολεῖα. Ἀλλ’ ἐμεῖς οἱ παλαιότεροι διατηροῦμε ζωηρὰ τὴν εἰκόνα τοῦ σχολείου, ὅπου ὁ καλὸς δάσκαλος καὶ ἡ καλὴ δασκάλα, ὅπως ἡ κλῶσσα ταΐζει τὰ πουλάκια της, ἔτσι ἐτάιζαν κ᾿ ἐμᾶς μὲ τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ.

Γνωστὴ εἶνε ἡ παραβολή. Ἐν τούτοις δὲν τὴν ἐφαρμόζουμε. Καὶ μόνο αὐτὴν νὰ ἐφαρμόζαμε, μικροὶ καὶ μεγάλοι, πλούσιοι καὶ φτωχοί, ὁ κόσμος αὐτὸς θὰ ἦταν παράδεισος. Τί μᾶς διδάσκει ἡ παραβολή; Ἕνα μεγάλο καὶ οὐράνιο δίδαγμα· τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.

Παραβολικῶς μιλάει ἐδῶ ὁ Χριστός. Κάποιος, λέει, ἀνεχώρησε ἀπὸ μιὰ πόλι καὶ πήγαινε σὲ ἄλλη. Στὸ δρόμο, ἐνῷ βάδιζε, σὲ κάποια στροφὴ ὅπου ὑπῆρχαν ἀπόκρημνοι βράχοι, πίσω ἀπὸ ἕνα βράχο παρουσιάστηκαν λῃσταί. Τὸν σταμάτησαν, τὸν χτύπησαν, τὸν τραυμάτισαν, τοῦ πῆραν ὅλα τὰ χρήματα, καὶ τὸν ἄφησαν ῥάκος στὸ δρόμο.

Ὁ τραυματίας ζητοῦσε βοήθεια. Νά, σὲ λίγο καὶ περνᾷ ἕνας ἱερεύς, ὁ ὁποῖος καὶ λόγῳ τῆς θέσεώς του θὰ ἔπρεπε νὰ δείξῃ ζωηρὸ ἐνδιαφέρον. Ἔδειξε; Δὲν ἔδειξε. Ὅπως συμβαίνει τώρα καὶ στοὺς δικούς μας αὐτοκινητόδρομους, ποὺ τραυματίζονται ἢ καὶ σκοτώνονται ἄνθρωποι καὶ περνοῦν αὐτοκίνητα χωρὶς νὰ δώσουν σημασία. Φοβήθηκε ὁ ἱερεύς, φαίνεται, μήπως παρουσιαστοῦν οἱ ἐγκληματικὲς μορφὲς τῶν λῃστῶν, κέντησε τὸ ἄλογό του καὶ ἐξαφανίστηκε.

Βοήθεια! ἐξακολουθοῦσε νὰ φωνάζῃ ὁ ταλαίπωρος τραυματίας. Παρουσιάζεται τώρα ἕνας λευΐτης, ἕνας νεωκόρος τρόπον τινά, διάκονος, ποὺ ὑπηρετοῦσε στὸν περίφημο ναὸ τοῦ Σολομῶντος. Ἀλλ’ ὅ,τι ἔκανε ὁ πρῶτος, ἔκανε κι αὐτός· προσπέρασε.

Τέλος ἐμφανίζεται καὶ ἕνας τρίτος. Μόλις ὅμως τὸν εἶδε ὁ τραυματισμένος Ἰουδαῖος φοβήθηκε, γιατὶ αὐτὸς ἦταν ἐχθρός του· ἦταν Σαμαρείτης. Περίμενε ὅτι αὐτὸς πλέον θὰ τοῦ δώσῃ τώρα τὸ τελειωτικὸ χτύπημα νὰ πεθάνῃ. Ἀντιθέτως ὅμως! Αὐτὸς σταμάτησε, κατέβηκε ἀπὸ τὸ ζῷο του, ἔσκυψε πάνω του, ἔπλυνε τὰ τραύματά του μὲ κρασί, ἄλειψε τὶς πληγὲς μὲ λάδι, τὶς ἔδεσε μὲ ἐπίδεσμο ποὺ τὸν ἔκανε σχίζοντας ἴσως τὸ πουκάμισό του, τὸν ἀνέβασε πάνω στὸ ὑποζύγιό του, καὶ τὸν ὡδήγησε στὸ πανδοχεῖο. Ἐκεῖ ὅλη τὴ νύχτα στάθηκε δίπλα του σὰν ἄγγελος καὶ τὸν περιποιήθηκε σὰν νοσοκόμος. Καὶ τὸ πρωῒ πρὶν νὰ φύγῃ πλήρωσε τὸν πανδοχέα καὶ τοῦ ἀνέθεσε τὴ φροντίδα τοῦ ταλαιπώρου ἀνθρώπου μέχρις ὅτου θεραπευθῇ τελείως. Ὑποσχέθηκε μάλιστα στὸν πανδοχέα πώς, ὅσα ἐπὶ πλέον δαπανήσῃ γιὰ τὴν περίθαλψί του, αὐτὸς θὰ ἐπιστρέψῃ νὰ τοῦ τὰ δώσῃ.

Αὐτὴ εἶνε ἡ παραβολή. Τρεῖς ἄνθρωποι εἴδαμε νὰ παρελαύνουν. Ὁ πρῶτος δὲν ἔκανε τίποτα, ὁ δεύτερος ἐπίσης δὲν ἔκανε τίποτα, ὁ τρίτος ἔδειξε ἐνδιαφέρον θαυμαστὸ γιὰ τὸν τραυματισμένο.

Ποιός τώρα εἶνε ὁ τραυματισμένος, ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔπεσε στοὺς λῃστάς; Εἶνε ὁ κάθε ἄνθρωπος, εἶνε ὁλόκληρη ἡ ἀνθρωπότης.

Καὶ ποιοί εἶνε οἱ λῃσταί; Εἶνε πρῶτα-πρῶτα οἱ δαίμονες καὶ ἀρχιλῃστὴς εἶνε ὁ σατανᾶς, ὁ ὁποῖος λῃστεύει τὸ ἀνθρώπινο γένος καὶ τραυματίζει ὅλους θανάσιμα.

Λῃσταὶ ἀκόμη εἶνε οἱ κακοὶ ἄνθρωποι, ποὺ ὑπάρχουν στὸν κόσμο. Ὄχι τόσο αὐτοὶ ποὺ φωλιάζουν στὰ βουνά. Αὐτοὶ ἐξαφανίστηκαν πιά. Στὴν ἐποχή μας ὑπάρχει μιὰ ἄλλου εἴδους λῃστεία, ἡ ὁποία ἐνεργεῖται μέσα στὶς πόλεις ὑπὸ ποικίλες μορφές. Οἱ λῃσταὶ αὐτοὶ περπατοῦν σὰν κύριοι, γιατὶ κατέχουν συνήθως μεγάλα ἀξιώματα, καὶ μένουν ἀσύλληπτοι. Αὐτοὶ λῃστεύουν μὲ νόμους, μὲ ἑταιρεῖες, μὲ ἐμπορικὰ τράστ, μὲ ποικίλους νέους τρόπους. Ὅπου νὰ πάμε, σὲ κάθε γωνιὰ τῆς Ἑλλάδος, σὲ κάθε καφενείο, στὶς λαϊκές, στὰ καταστήματα, στὰ γήπεδα, λένε ὅτι οἱ πολιτικοί καὶ τὰ κόμματα εἶναι κλέφτες καὶ προδότες. Ἀκοῦς λόγια καὶ συνθήματα ὅπως· «Φέρτε πίσω τὰ κλεμμένα!»«Μιὰ τοῦ κλέφτη, δυὸ τοῦ κλέφτη τρεῖς καὶ ἔγινε Ὑπουργός!», «Ψήφισε Ἀλὶ Μπαμπᾶ ἔχει μόνο 40 κλέφτες»…

Ἀναρωτιέται κανεὶς πόσο κοντὴ μνήμη ἔχουν οἱ Ἕλληνες γιὰ νὰ ψηφίσουν ἀκόμα αὐτὰ τὰ κόμματα τῆς κλεπτοκρατίας, τῆς ρεμούλας καὶ τῆς λαμογιᾶς. Δὲν σᾶς λέει τίποτα ὁ νόμος περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, καλύτερα νὰ ποῦμε, ὁ νόμος περὶ Μή εὐθύνης ὑπουργῶν, γιὰ τὴν  ἀτιμωρησία τῶν πολιτικῶν ποὺ ἔφτιαξαν παλιοὶ καὶ σημερινοὶ πολιτικάντηδες τῶν εὐρολάγνων κομμάτων τῶν μνημονείων, νόμος μὲ τὸν ὁποίο ξεπλένονται ὅλα τὰ ἀδικήματα καὶ ὅλες οἱ προδοσίες ποὺ ἔκαναν ὑπουργοὶ αὐτῶν τῶν ἀθλίων κομμάτων ποὺ κυβέρνησαν τὴν χώρα, κατὰ τὴν ἄσκηση τῶν καθηκόντων τους ἀπὸ τὴν μεταπολίτευσι μέχρι σήμερα. Ἕνα νόμο ποὺ ἀκόμα καὶ ἔγκριτοι συνταγματολόγοι ἔχουν χαρακτηρίσει «ἀνήθικο προνόμιο» ὑποστηρίζοντας ὅτι οἱ σάπιοι πολιτικοὶ τὸν ἔφτιαξαν γιὰ νὰ ἐξασφαλίσουν τὴν ἀτιμωρησία. Ἕνα νόμο ποὺ φέρει μεγάλη εὐθύνη γιὰ τὸ ὅτι οὔτε ἕνας ἀπὸ τοὺς διεφθαρμένους πολιτικοὺς ποὺ ρήμαξαν τὸν τόπο ἐδῶ καὶ χρόνια δὲν ἔχει πάει φυλακή, ὅπως τὸ ζητᾷ ἡ συντριπτικὴ πλειοψηφία τῶν  Ἑλλήνων πολιτῶν.

Παρ’ ὅλα αὐτὰ κάποιοι ἄλλοι λῃσταὶ εἶνε ἀκόμη πιὸ ἐπικίνδυνοι, διότι κρύβονται. Μὴν τοὺς ζητήσετε μακριά. Εἶνε πολὺ κοντά μας· εἶνε μέσα μας. Εἶνε, ἀδελφοί, οἱ κακοὶ λογισμοί μας. Ἕνας κακὸς λογισμὸς ληστεύει τὸ νοῦ καὶ τραυματίζει τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου.

Λῃσταὶ τέλος εἶνε τὰ πάθη μας. Δὲν ὑπάρχουν λῃσταὶ χειρότεροι. Αὐτὰ μᾶς καταστρέφουν. Πάρτε παράδειγμα τὸ κάπνισμα. Τί ξοδεύει κάθε μέρα, κάθε μῆνα, κάθε χρόνο ὁ καπνιστής; Νά ἕνας λῃστής. Τὸ ἀλκοὸλ ἔπειτα δὲν λῃστεύει; Ποιός ἄλλος ἀπογυμνώνει καὶ τραυματίζει ὅπως αὐτό; Λῃστὴς δὲν εἶνε τὰ ναρκωτικά, ποὺ ἔχουν τεραστία διάδοσι ἀκόμη καὶ στὰ δημοτικὰ σχολεῖα; Λῃσταὶ δὲν εἶνε τὸ χαρτο­παίγνιο, τὰ καζῖνο καὶ τὰ ἄλλα τυχερὰ παιχνίδια; Ἦρθε στὸ ναὸ μας κάποιος ποὺ δούλεψε στὸ Βέλγιο καὶ κέρδισε μὲ κόπο καὶ μόχθο μερικὰ χρήματα. Ὅταν τὰ ἔφερε ἐδῶ, τοῦ ἔστησαν καρτέρι οἱ λῃσταὶ τῆς πράσινης τσόχας τοῦ καζίνου τῆς Ῥόδου, τὸν παρέσυραν ὣς τὰ μεσάνυχτα στὸ παιχνίδι καί, ἄπειρος αὐτός, τά ’χασε ὅλα. Τὸ πρωΐ, ὅταν συνειδητοποίησε τί ἔπαθε, πῆγε ν’ αὐτοκτονήσῃ, νὰ πέσῃ στὴ θάλασσα.

Λῃστεύεται λοιπὸν τὸ ἀνθρώπινο γένος εἴτε ἀπὸ τὸ διάβολο εἴτε ἀπὸ τοὺς κακοποιούς. Ὁ μεγαλύτερος ὅμως λῃστής, ἀδελφοί, εἶνε ὁ ἑαυτός μας. Κάθε κακὸς λογισμὸς καὶ κάθε πάθος μας στοιχίζει καὶ σὲ χρῆμα καὶ σὲ ὑγεία καὶ σὲ τιμὴ καὶ ὑπόληψι καὶ σὲ χρόνια ζωῆς. Οἱ ἴδιοι λῃστεύουμε τὸν ἑαυτό μας.

Ποιός θὰ μᾶς σώσῃ; Ἡ φιλοσοφία; ἡ τέχνη; τὰ διάφορα συστήματα; Κάτω ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ―ἂς τὸ διακηρύξουμε― δὲν ὑπάρχει ἄλλος ποὺ ἀξίζει νὰ ὀνομάζεται Σωτήρ. Σωτὴρ τῆς ἀνθρωπότητος εἶνε μόνο ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Κανείς ἄλλος δὲν ἀγάπησε τὸν ἄνθρωπο ὅπως ὁ Χριστός. Αὐτὸς εἶνε ὁ εὐεργέτης μας, αὐτὸς εἶνε ὁ καλὸς Σαμαρείτης, ποὺ ἔδειξε ἐνδιαφέρον γιὰ τὴ σωτηρία μας. Σαμαρείτη τὸν ὠνόμαζαν οἱ ἐχθροί του ἐμπαικτικῶς. Ὁ Σαμαρείτης ὅμως αὐτὸς θεραπεύει ὅλο τὸν κόσμο στὸ πανδοχεῖο του.

Τὸ «πανδοχεῖον», ποὺ λέει τὸ Εὐαγγελίο (Λουκ. 10,34), ποιό εἶνε; Εἶνε ἡ Ἐκκλησία. Ἐκεῖ θεραπαύονται οἱ πληγὲς καὶ τὰ τραύματα. Ὅπως τρέχουμε στὰ ἰατρεῖα γιὰ νὰ θεραπευθοῦμε ἀπὸ τὶς ἀρρώστιες, ἔτσι νὰ τρέχουμε στὴν Ἐκκλησία γιὰ νὰ βρίσκουμε τὴ θεραπεία μας. Πουθενά ἀλλοῦ ὁ ἄνθρωπος δὲ βρίσκει δύναμι καὶ παρηγοριά, ζωὴ καὶ θάρρος, ὅπως στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.

Εἶσαι στενοχωρημένος; Ἔλα στὸ ἰατρεῖο τῆς Ἐκκλησίας νὰ σοῦ σφογγίσῃ τὰ δάκρυα καὶ ν᾿ ἀκούσῃς· «Ἐν τῷ κόσμῳ θλῖψιν ἕξετε· ἀλλὰ θαρσεῖτε, ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον» (Ἰω­άν. 16,33). Ἔρχεται τὸ ὀρφανό, ἡ χήρα, ὁ κάθε πονεμένος, καὶ —δὲν εἶνε ψέμα— βρίσκει παρηγορία καὶ ἐνίσχυσι.

Εἶσαι φιλάργυρος καὶ πλεονέκτης; Ἔλα στὸ ἰατρεῖο τῆς Ἐκκλησίας. Φάρμακο ῥιζικῆς θεραπείας εἶνε τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ· «Πώλησόν σου τὰ ὑπάρχοντα καὶ δὸς πτωχοῖς» (Ματθ. 19,21). Ἡ ἐλεημοσύνη θεραπεύει τὴν πλεονεξία.

Εἶσαι θυμώδης καὶ ὀργίλος; Ἔλα στὸ ἰατρεῖο τῆς Ἐκκλησίας. Φάρμακο εἶνε ἡ ταπείνωσις τοῦ Χριστοῦ. Θὰ τὸν ἀκούσῃς νὰ σοῦ λέῃ· «Μάθετε ἀπ᾿ ἐμοῦ, ὅτι πρᾷός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ καὶ εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν» (Ματθ. 11,29).

Εἶσαι ἄρρωστος; Ἔλα στὸ ἰατρεῖο τῆς Ἐκκλησίας. Ἐκεῖνο ποὺ δὲν μποροῦν νὰ κάνουν οἱ γιατροί, τὸ κατορθώνει ἡ πίστι στὸ Χριστό, ποὺ εἶνε «ὁ ἰατρὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν» (θεία Λειτουργία), καὶ παρέχει τὸ «φάρμακον ἀθανασίας, ἀντίδοτον τοῦ μὴ ἀποθανεῖν» ὅπως λέει ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος.

Καὶ ἄν, ἀδελφέ μου, κινδυνεύεις νὰ πεθάνῃς, ἔλα ν᾿ ἀκούσῃς τὸ Χριστὸ νὰ λέῃ· «Ἐγώ εἰμι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή» (Ἰωάν. 11,25).

Δὲν ὑπάρχει, ἀδελφοί, θρησκεία, ποὺ νὰ παρηγορῇ τόσο τὸν ἄνθρωπο, νὰ τὸν ζωογονῇ, νὰ τὸν τονώνῃ, νὰ τοῦ δίνῃ οὐράνιες δυνάμεις καὶ νὰ τὸν σῴζῃ, νὰ παίρνῃ τὴ λάσπη καὶ νὰ τὴν κάνῃ ἄγγελο τοῦ Θεοῦ, ὅσο ἡ πίστι τοῦ Χριστοῦ μας. Γι’ αὐτὸ θά ’ρθῃ μέρα ποὺ καὶ ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ καὶ τὰ ὑποχθόνια θὰ κηρύξουν τὴν ἀλήθεια αὐτή.

Ἡ Ἐκκλησία εἶνε τὸ ἰατρεῖο. Ἰατρεῖο ψυχῆς καὶ σώματος. Ἐκεῖ ἂς σπεύδουμε ὅλοι οἱ ἀσθενεῖς καὶ ὅχι στὰ κόμματα τῆς κλεπτοκρατίας, τῆς ρεμούλας καὶ τῆς λαμογιᾶς ποὺ χρόνια σᾶς ἐξαπατοῦν, μάλιστα καὶ μὴ χειρότερα αὐτὰ ποὺ δῆθεν στηρίζουν τὴν ὀρθόδοξη μας πίστι. Καὶ εἴθε «ὁ ἰατρὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν» νὰ σκέπῃ καὶ νὰ φυλάττῃ ὅλους μας· ἀμήν.