Κυριακὴ ΙΔ΄ Λουκᾶ, Κήρυγμα 2021

(Λουκ. 18,35-43)

Χωρὶς τὸ θεῖο ἔλεος τίποτα!

«Ἰησοῦ υἱὲ Δαυΐδ, ἐλέησόν με» (Λουκ. 18,37)

 

Ἕνας, ἀγαπητοί, ἕνας φτωχὸς ζητιάνος καθόταν σ᾽ ἕνα σταυροδρόμι τῆς πόλεως Ἰεριχὼ καὶ ζητοῦσε τὴν ἐλεημοσύνη τῶν διαβατῶν. Ἔλεος ζητοῦσε ὁ δύστυχος.

Πολλοὶ περνοῦσαν ἀπὸ τὸ μέρος ἐκεῖνος. Καὶ ἄλλοι μὲν διάβαιναν βιαστικὰ μπροστά του χωρὶς νὰ δίνουν προσοχὴ στὶς παρακλήσεις του. Ἄλλοι πάλι, πονετικοί, τὸν πλησίαζαν, ἔβγαζαν καὶ τοῦ ἔρριχναν κάποιο νόμισμα, μικρὰ βοηθήματα· ἀλλὰ τί νὰ τοῦ κάνουν αὐτά;

Μ᾽ αὐτὰ δὲν θεραπευόταν ὁ πόνος, ὁ μεγάλος πόνος τῆς ψυχῆς του· αὐτός, χρόνια τώρα, ζοῦσε μέσα στὸ σκοτάδι, ἦταν τυφλός!

Ἀλλὰ ἐδῶ τώρα, ἀπὸ τὸ σημεῖο ἐκεῖνο ποὺ καθόταν ὁ τυφλός, περνάει ὄχι κάποιος τυχαῖος διαβάτης, ὄχι κάποιος πλούσιος, οὔτε κάποιος βασιλιᾶς· περνάει ὁ Χριστός! Περνάει δηλαδὴ – ποιός· ἐκεῖνος ποὺ δημιούργησε τὸ φῶς καὶ ἔπλασε τὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων.

Περνάει ὁ Χριστός, ἐκεῖνος ποὺ ἄναψε καὶ κρέμασε στὸ στερέωμα τὸν ἥλιο καὶ τὴ σελήνη, περνάει ἐκεῖνος ποὺ ἀνάβει τὴ νύχτα τοὺς λαμπρότερους πολυελέους, τὰ ἀμέτρητα ἀστέρια τοῦ οὐρανοῦ. Αὐτὸς περνάει.

Ἀκούει ὁ τυφλὸς κίνησι ἀπὸ πλῆθος κόσμου καὶ ρωτάει, τί συμβαίνει. Τοῦ λένε, ὅτι περνάει ὁ Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος. Καὶ μόλις τ᾽ ἀκούει, ἀρχίζει νὰ φωνάζῃ μὲ ὅλη τὴ δύναμι τῶν πνευμόνων του· «Ἰησοῦ υἱὲ Δαυΐδ, ἐλέησόν με» (Λουκ. 18,37)· ζῶ μέσα στὸ σκοτάδι, λυπήσου με!

Μικρὴ ἡ προσευχὴ τοῦ τυφλοῦ, πέντε λέξεις· μεγάλη ὅμως ἡ δύναμί της, ἀφοῦ τὴν δέχτηκε ὁ Θεὸς καὶ τὸ αἴτημά του ἱκανοποιήθηκε, ὅπως βλέπουμε στὴ συνέχεια.

Ὁ Χριστὸς τὸν ἀκούει, σταματᾷ, τὸν φωνάζει, κι αὐτὸς πηγαίνει κοντά του. Ὁ Κύριος τὸν ἐρωτᾷ τί ζητάει ἀπὸ ἐκεῖνον, καὶ ὁ τυφλὸς ἀπαντᾷ «Κύριε, ἵνα ἀναβλέψω», θέλω νὰ δῶ τὸ φῶς μου. Τότε ὁ Κύριος τοῦ λέει «Ἀνάβλεψον· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε»(ἔ.ἀ. 18,41-42), κι ἀμέσως ὁ τυφλὸς εἶδε τὸ φῶς του· ἔβλεπε καὶ δὲν χόρταινε νὰ βλέπῃ ὅλα τὰ ὡραῖα τῆς γῆς καὶ τοῦ οὐρανοῦ.

* * *

Ἀπὸ τὴ μικρὴ αὐτὴ προσευχὴ τοῦ τυφλοῦ, ἀγαπητοί, ἐμεῖς οἱ Χριστιανοὶ ἔχουμε νὰ διδαχθοῦμε δύο σπουδαῖα μαθήματα.

Πρῶτο μάθημα. Ὅσες φορὲς κάνουμε τὴν προσευχή μας –καὶ πρέπει νὰ τὴν κάνουμε τακτικά–, ἡ προσευχή μας πρέπει νά ᾽νε θερμὴ καὶ οὐσιώδης. Θερμή, γιὰ νὰ νιώθουμε τί ζητοῦμε· νὰ λέῃ ὄχι μόνο ἡ γλῶσσα ἀλλὰ καὶ ἡ καρδιά.

Νά ᾽νε ἐπίσης σύντομη, ὄχι φλύαρη, ἀλλὰ μὲ νόημα καὶ συναίσθησι. Τέτοιες προσευχὲς μᾶς διέσωσε τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο μέσα στὴν Καινὴ Διαθήκη, γιὰ νὰ τὶς ἔχουμε ὑπόδειγμα.

«Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» ἦταν ἡ προσευχὴ τοῦ εὐγνώμονος λῃστοῦ στὸ Γολγοθᾶ τὴ Μεγάλη Παρασκευή (Λουκ. 23,42), κι αὐτὴ ἡ σύντομη προσευχὴ εἰσακούσθηκε ἀμέσως· ὁ λῃστὴς ἀπὸ κατάδικος μελλοθάνατος ἔγινε ὁ πρῶτος πολίτης τοῦ παραδείσου· νά γιατί ἡ προσευχή του ἔχει μεγαλύτερη ἀξία ἀπὸ μακρὲς καὶ φλύαρες προσευχὲς ποὺ κάνουμε ἐμεῖς μηχανικὰ καὶ τυπικά.

Ἄλλο παράδειγμα. «Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ»(ἔ.ἀ. 18,13), εἶπε μὲ συντετριμμένη καρδιὰ ὁ τελώνης τῆς γνωστῆς παραβολῆς ὅταν προσευχόταν στὸ ναό. Τὴν ἴδια ὥρα ἦταν ἐκεῖ καὶ ὁ φαρισαῖος· ἀλλ᾽ ἐνῷ ἐκεῖνος εἶπε πολλὰ λόγια γεμᾶτα αὐταρέσκεια καὶ κατάκρισι καὶ δὲν εἰσακούσθηκε, ὁ τελώνης δικαιώθηκε καὶ βρῆκε ἔλεος, γιατὶ εἶπε τὴν ταπεινή του προσευχὴ συντετριμμένος καὶ μὲ συναίσθησι.

«Ἐλέησόν με», λέει τώρα καὶ ὁ τυφλὸς στὴν Ἰεριχώ, καὶ ὁ Χριστὸς ἀκούει τὴν προσευχή του, γιατὶ βγῆκε μὲ πόνο ἀπὸ μιὰ καρδιὰ γεμάτη πίστι καὶ ἐλπίδα στὸ ἔλεός του.

Ὅταν λοιπὸν κ᾽ ἐμεῖς προσευχώμαστε, ἂς προσπαθοῦμε ἡ προσευχή μας νά ᾽νε θερμή, ὄχι χλιαρὴ ἢ ψυχρή, καὶ μὲ πόνο. Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει πόνο σωματικὸ κλαίει· ἐκεῖνος ποὺ ἔχει πόνο στὴν ψυχὴ γιὰ τὶς ἁμαρτίες, τὶς δικές καὶ τῶν οἰκείων του, θὰ κάνῃ προσευχὴ μὲ δάκρυ, μὲ συναίσθησι, μὲ θέρμη. Καὶ ὁ Χριστός, ποὺ βλέπει καὶ διαβάζει τὶς καρδιές, θ᾽ ἀπαντήσῃ.

Πρῶτο μάθημα λοιπὸν ποὺ μᾶς δίνει ὁ τυφλός εἶνε, ὅτι πρέπει νὰ προσευχώμαστε μὲ θέρμη καὶ πόθο, μὲ συναίσθησι καὶ πόνο.

Δεύτερο μάθημα. Στὶς προσευχές μας νὰ ζητοῦμε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Τί εἶνε αὐτὸ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ; Εἶνε ἡ εὐσπλαχνία καὶ ἡ συγχώρησίς του, ἡ ἐνίσχυσις καὶ βοήθειά του, ἡ χάρις καὶ ἡ προστασία του· εἶνε σὲ τελικὴ ἀνάλυσι ἡ σωτηρία μας.

Τὸ ἔλεος καὶ τὴν προστασία τοῦ Θεοῦ ἔχουμε ἀνάγκη ὅλοι, μικροὶ καὶ μεγάλοι, ἄντρες γυναῖκες καὶ παιδιά. Γιατὶ ὁ Θεὸς εἶνε ὁ ἰσχυρός, κ᾽ ἐμεῖς εἴμαστε τὰ ἀδύναμα σκουλήκια· ὁ Θεὸς εἶνε ὁ ἅγιος, κ᾽ ἐμεῖς εἴμαστε οἱ ἁμαρτωλοί· ὁ Θεὸς εἶνε ὁ πλούσιος, κ᾽ ἐμεῖς εἴμαστε οἱ ἐπαῖται - ζητιάνοι ποὺ χτυπᾶμε τὴν θύρα του. Καὶ πρέπει πάντοτε νὰ χτυποῦμε τὴν πόρτα του φωνάζοντας· Ἄνοιξέ μας, Κύριε, τὴν θύρα τοῦ ἐλέους σου! Νὰ ζητοῦμε καὶ τὴ μεσολάβησι τῆς Παναγίας καὶ τῶν ἁγίων, γιὰ νὰ λάβουμε τὸ θεῖο ἔλεος, ὅπως λέει ὁ ὡραῖος ὕμνος· «Ἐν τῷ ναῷ ἑστῶτες τῆς δόξης σου ἐν οὐρανῷ ἑστᾶναι νομίζομεν, Θεοτόκε, πύλη ἐπουράνιε, ἄνοιξον ἡμῖν τὴν θύραν τοῦ ἐλέους σου» (τέλος ὄρθρου Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς).

Σὲ ὅλες τὶς περιστάσεις καὶ σὲ κάθε ἀνάγκη τῆς ζωῆς μας χρειαζόμαστε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Γι᾽ αὐτὸ βλέπετε ὅτι ἡ Ἐκκλησία σὲ κάθε δέησι ποὺ κάνει πρὸς τὸν Θεὸ αὐτὸ ζητάει·

• «ὑπὲρ τῆς εἰρήνης τοῦ σύμπαντος κόσμου» – «Κύριε, ἐλέησον»

• «ὑπὲρ τῶν εὐσεβῶν καὶ ὀρθοδόξων Χριστιανῶν» – «Κύριε, ἐλέησον»

• «ὑπὲρ εὐκρασίας ἀέρων, εὐφορίας τῶν καρπῶν τῆς γῆς καὶ καιρῶν εἰρηνικῶν» – «Κύριε, ἐλέησον»

• «ὑπὲρ πλεόντων, ὁδοιπορούντων, νοσούντων, καμνόντων, αἰχμαλώτων καὶ τῆς σωτηρίας αὐτῶν» – «Κύριε, ἐλέησον» κ.τ.λ..

Σὲ κάθε δέησι ἡ Ἐκκλησία ὁρίζει νὰ λέγεται τὸ «Κύριε, ἐλέησον».

Ὤ αὐτὸ τὸ «Κύριε, ἐλέησον»! Ὅταν ὑπῆρχε πίστι βαθειά, τὸ ἔλεγαν ὅλοι μαζί, λαὸς καὶ ψάλτες. Τώρα; Ὤ τώρα, ποὺ ἔσβησε ἡ πίστι ἀπὸ τὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων! Οἱ μὲν ψάλτες πολλὲς φορὲς δὲν τὸ λένε ἤ, ἐὰν θὰ τὸ ποῦν, θὰ τὸ ποῦν μᾶλλον γιὰ νὰ ἐπιδείξουν τὴ φωνή τους παρὰ γιὰ νὰ παρακαλέσουν μὲ φωνὴ εὐλαβικὴ τὸ Θεό. Ὁ δὲ λαὸς χάσκει, δὲν προσέχει. Ὦ Χριστιανέ, τὴ στιγμὴ ποὺ ἀκοῦς τὸν ἱερέα νὰ παρακαλῇ τὸ Θεό, νὰ λὲς κ᾽ ἐσὺ μέσα στὴν ψυχή σου τὸ «Κύριε, ἐλέησον».

Τὸ «Κύριε, ἐλέησον» θαύματα μπορεῖ νὰ κάνῃ, ὅταν τὸ λέμε μὲ ὅλη τὴν καρδιά μας· θεραπεύει ἀρρώστους, σῴζει ναυαγούς, φέρνει εὐλογία στὰ ἔργα μας, προστατεύει ἔθνη ὁλόκληρα, εἰρηνεύει τὸν κόσμο.

Τὸ «Κύριε, ἐλέησον» εἶνε τὸ κουδούνι ποὺ χτυπάει ὁ φτωχὸς ἄνθρωπος στὴν θύρα τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἐδῶ μὲν στὴ γῆ, ὅταν χτυπᾷς τὸ κουδούνι στὰ παλάτια, δὲν σοῦ ἀνοίγουν· ἢ τὸ πολὺ θὰ βγῇ ἡ ὑπηρέτρια καί, ἂν εἶσαι φτωχός, θὰ σοῦ πῇ ὅτι «Δὲν εἶνε ἐδῶ ὁ κύριος». Ἀλλὰ τελείως διαφορετικὰ συμβαίνει μὲ τὸ Θεό. «Κύριε, ἐλέησον» λέει ὁ ἄνθρωπος, κι ἀμέσως ὁ οὐράνιος Πατέρας ἀκούει τὴν προσευχή, σπεύδει νὰ βοηθήσῃ τὸν δοῦλο του· στέλνει ἀνθρώπους καὶ ἀγγέλους –διάφορα μέσα μεταχειρίζεται– γιὰ νὰ σώσῃ ἀπὸ τὸν κίνδυνο τὸ παιδί του.

* * *

Ἀγαπητοί. Αὐτὸ τὸ ἔλεος ἂς ζητοῦμε κ᾽ ἐμεῖς. Χωρὶς αὐτὸ τίποτε δὲν μποροῦμε νὰ κάνουμε. Δὲν μποροῦμε νὰ νικήσουμε τὰ πάθη, νὰ προχωρήσουμε στὴν ἀρετή, ν᾽ ἀγγίξουμε τὴν ἁγιότητα. Τὸ ἔλεος ἂς ζητοῦμε· τὸ ἔλεος ποὺ ζήτησε ὁ προφήτης Δαυῒδ ὁ βασιλεὺς ὅταν ἔλεγε «Ἐλέησόν με, ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου…» (Ψαλμ. 50,3), τὸ ἔλεος ποὺ ζήτησε ὁ λῃστὴς ἐπάνω στὸν σταυρό, τὸ ἔλεος ποὺ ζήτησαν καὶ ἔλαβαν χιλιάδες ἁμαρτωλοὶ καὶ πονεμένοι ἄνθρωποι, αὐτὸ ἂς ζητοῦμε κ᾽ ἐμεῖς.

Καὶ ὁ Κύριος, ὅταν ἡ προσευχή μας εἶνε θερμή, τότε δὲν θὰ κωφεύσῃ, θ᾽ ἀπαντήσῃ, θὰ μᾶς προστατεύσῃ. Γιατί, ὅπως ψάλλει ὁ Δαυῒδ κι ὅπως βλέπουμε κ᾽ ἐμεῖς στὴ ζωή μας, «Οἰκτίρμων καὶ ἐλεήμων ὁ Κύριος, μακρόθυμος καὶ πολυέλεος· οὐκ εἰς τέλος ὀργισθήσεται, οὐδὲ εἰς τὸν αἰῶνα μηνιεῖ» (ἔ.ἀ. 102,8-9)· δὲν θὰ κρατήσῃ γιὰ πάντα τὸ θυμό του, ἀλλὰ θὰ σπεύσῃ νὰ μᾶς βοηθήσῃ, ὅπως τρέχει ἡ μάνα κοντὰ στὸ παιδί της ὅταν ἀκούσῃ τὴ φωνὴ καὶ τὸ κλάμα του.

«Τὸ ἔλεός σου, Κύριε, καταδιώξει με πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς μου» (ἔ.ἀ. 22,6). Τὸ ἔλεος τοῦ Κυρίου εἴθε νὰ εἶνε ὁ διαρκὴς καὶ ἀχώριστος σύντροφός μας σὲ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς πρόσκαιρης ζωῆς μας. Ἀμήν.