Κυριακὴ Γ΄ Ματθαίου, Κήρυγμα 2022

(Ματθ. 6,22-33)

Εἰς τὸ ὄνομα…

Η ΛΑΤΡΕΙΑ ΤΟΥ ΜΑΜΩΝΑ

«Οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ», «Δὲν μπορεῖτε νὰ δουλεύετε τὸν Θεὸ καὶ τὸν μαμωνᾶ».  (Ματθ. 6,24)

ΑΚΟΥΣΑΤΕ, ἀγαπητοί χριστιανοί, τὸ ἱερὸ καὶ ἅγιο εὐαγγέλιο. Τί μᾶς λέει; Λέει, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνουμε σκλάβοι, σκλάβοι τοῦ «μαμωνᾶ» (Ματθ. 6,24). Μὰ ποιός εἶν᾽ αὐτὸς ὁ «μαμωνᾶς»;

Οἱ σημερινοὶ ἄνθρωποι ὡς πρὸς τὴν πίστι διακρίνονται σὲ δυὸ κατηγορίες. Ἡ μιὰ κατηγορία εἶνε οἱ ἄπιστοι, αὐτοὶ ποὺ λένε ὅτι δὲν ὑπάρχει Θεός. Μὴ νομίσετε ὅτι εἶνε τίποτα ἐπιστήμονες. Οἱ πραγματικοὶ ἐπιστήμονες, ποὺ ἔκαναν ἀνακαλύψεις, πιστεύουν στὸ Θεό. Αὐτοὶ ἐδῶ, ποὺ πιπιλίζουν τὸ ψέμα ὅτι δὲν ὑπάρχει Θεός, εἶνε κάτι νεαροὶ ἄσχετοι καὶ ἐκφυλισμένοι μαμμόθρεπτοι φοιτητὲς ποὺ μὲ χίλια βάσανα πῆραν ἕνα χαρτὶ κι ἀπὸ τότε ἔκλεισαν τὰ βιβλία, κάθονται στὶς καφετέριες μὲ τό ᾽να πόδι πάνω στ᾽ ἄλλο, τεμπελιάζουν, παίζουν ὁλοημερὴς βιντεοπαιχνίδια, καπνίζουν, χασισώνονται, ἀργολογοῦν κ᾽ αἰσχρολογοῦν. Αὐτοί λένε πὼς δὲν ὑπάρχει Θεός, καὶ προσπαθοῦν νὰ ξερριζώσουν μέσ᾽ ἀπ᾽ τὴν καρδιὰ καὶ ἄλλων τὸ εὐγενέστερο ἄνθος, τὴν πίστι τοῦ Χριστοῦ μας. Σ᾽ ἕνα χωριὸ τοῦ νησιοῦ μιὰ γριὰ 80 χρονῶν κινδύνευε νὰ πεθάνῃ. Τό ᾽μαθε ὁ παπᾶς, γνωστὸς καλὸς ποιμένας, καὶ πῆγε νὰ τὴν ἑτοιμάσῃ. ―Γιαγιά, λέει, ἦρθα νὰ ἐξομολογηθῇς. ―Ἄ, ἐγὼ δὲν πιστεύω· δὲν ὑπάρχει Θεός. ―Μά, γριὰ γυναίκα ἐσύ, ἀπὸ ὥρα σὲ ὥρα φεύγεις, καὶ λὲς δὲν πιστεύω; Γιατί; Ποιός σοῦ εἶπε ὅτι δὲν ὑπάρχει Θεός; ―Ἔχω ἐγγονὸ ποὺ σπουδάζει στὸ πανεπιστήμιο καὶ μοῦ εἶπε πὼς δὲν ὑπάρχει Θεός… Ἄκουσε λοιπὸν ἡ γιαγιὰ τὸν ἄθεο καὶ ἄτιμο ἐγγονό!

Ἂν συναντήσετε κανένα τέτοιο καὶ σᾶς πῇ ὅτι δὲν ὑπάρχει Θεός, νὰ τοῦ πῆτε ἕνα λόγο·

Ἐὰν μὲ πείσῃς ὅτι τὸ σπίτι ποὺ κάθεσαι χτίστηκε μόνο του, τότε θὰ παραδεχτῶ ὅτι καὶ τὸ μεγάλο αὐτὸ σπίτι ποὺ λέγεται γῆ καὶ σύμπαν ἔγινε μόνο του. Ἡ λογικὴ λέει, ὅτι «πᾶς οἶκος κατασκευάζεται ὑπό τινος, ὁ δὲ τὰ πάντα κατασκευάσας Θεός»· κάθε σπίτι χτίζεται ἀπὸ κάποιον, κι αὐτὸς ποὺ κατασκεύασε τὸ σύμπαν εἶνε ὁ Θεός (Ἑβρ. 3,4). Τὰ ὑπόλοιπα εἶνε ἀφροσύνη, παραλογισμός. «Εἶπεν ἄφρων ἐν καρδίᾳ αὐτοῦ· οὐκ ἔστι Θεός» (Ψαλμ. 13,1).

Ἡ μιὰ κατηγορία λοιπὸν εἶνε οἱ ἄπιστοι. Ἡ ἄλλη κατηγορία; Ἡ ἄλλη δὲν εἶνε ἄπιστοι. Αὐτοὶ Χριστούγεννα – Πάσχα ἀνάβουν κερὶ στὴν ἐκκλησιὰ καὶ κάνουν καμμιὰ προσευχή. Λένε ὅτι πιστεύουν στὸ Θεό. Ἀλλὰ δὲν πιστεύουν, ψέματα λένε. Πιστεύουν σ᾽ ἕναν ἄλλο θεό. Ποιός εἶνε ὁ θεός τους; Ὁ «μαμωνᾶς», δηλαδὴ τὸ χρῆμα, τὰ λεπτά. Αὐτὸς εἶνε ὁ θεὸς τοῦ κόσμου σήμερα.

Αὐτοὶ ποὺ λατρεύουν τὸ χρῆμα δουλεύουν σκληρά. Ὄχι γιὰ νὰ ζήσουν, γιὰ νὰ βγάλουν τὸ ψωμί τους· ἡ ἐργασία αὐτὴ εἶνε εὐλογημένη. Αὐτοὶ καταπονοῦνται, ὄχι γιατὶ δὲν ἔχουν, ἀλλὰ γιὰ νὰ κάνουν αὐτὰ ποὺ ἔχουν περισσότερα. Ἔχουν 100 χιλιάδες; νὰ τὶς κάνουν 200· ἔχουν 200; νὰ τὶς κάνουν 400… Εἶνε ἀχόρταγοι. Ἡ θάλασσα μπορεῖ νὰ πῇ στὰ ποτάμια «Φτάνει, δὲ θέλω τὰ νερά σας», τὸ νεκροταφεῖο μπορεῖ νὰ πῇ «Δὲν θέλω ἄλλους νεκρούς», μὰ οἱ πλεονέκτες ποὺ λατρεύουν τὸ μαμωνᾶ, τὸ χρῆμα, δὲ λένε ποτέ «Μοῦ φτάνουν αὐτὰ ποὺ ἔχω, δόξα τῷ Θεῷ». Δουλεύουν καὶ τὴν Κυριακὴ τὴν ὥρα ποὺ χτυποῦν οἱ καμπάνες, δουλεύουν καὶ τὴ Μεγάλη Παρασκευή, δουλεύουν συνεχῶς.

Καὶ μόνο δουλεύουν; Ἐπὶ πλέον ξενιτεύονται, φεύγουν ἀπὸ τὴν πατρίδα. Δὲν ἐννοοῦμε αὐτοὺς ποὺ δὲν ἔχουν κτήματα· αὐτοὶ ἀναγκάζονται νὰ φύγουν. Ἐννοοῦμε ἐκείνους ποὺ μποροῦν νὰ ζήσουν ἐδῶ, ἀλλὰ σκορπίζονται στὰ τέσσερα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντος γιὰ νὰ θησαυρίσουν, νὰ γίνουν ἑκατομμυριοῦχοι, καὶ μετὰ ἀδιαφοροῦν γιὰ τοὺς δικούς τους ἐδῶ. Ἦρθε μιὰ γριὰ ἀπὸ τὴ Μέγγαβλη στὸ ναό μας καὶ ζητοῦσε ἐλεημοσύνη. ―Ἔχεις παιδιά; τῆς λέμε. ―Ἔχω. ―Πόσα; ―Τέσσερα. ―Ποῦ εἶνε; ―Τὸ ἕνα στὴν Αὐστραλία στὸ Σίδνεϋ, τὸ ἄλλο στὸ Τορόντο στὸ Καναδά, τὸ ἄλλο στὴ Νέα Ὑόρκη, τὸ ἄλλο στὸ Παρίσι ―Γράμματα παίρνεις; ―Τίποτα. Αὐτὸς ποὺ ἔχει κατάστημα στὸ Σίδνεϋ χόρτασε δολλάρια, μὰ στὴ μάνα του δὲ στέλνει!…

Ἄσπλαχνοι ἄνθρωποι, δὲ δίνουν νερὸ οὔτε στὸν ἄγγελό τους, κι’ ἐδῶ στὴ Ῥόδο καὶ παντοῦ στὴν Ἑλλάδα δὲν πᾶμε πίσω. Ἂν λέγωνται αὐτοὶ ἄνθρωποι! Αὐτοὶ ποὺ λατρεύουν τὸ μαμωνᾶ γίνονται σκληροί· ἡ καρδιά τους εἶνε σὰν τὴν πέτρα. Δὲν ἔχουν αἰσθήματα. Εἶνε σὰν τὸν Ἰούδα· ὅπως αὐτὸς πούλησε τὸ Χριστὸ γιὰ τριάκοντα ἀργύρια, ἔτσι κι αὐτοὶ γιὰ λίγο χρῆμα εἶνε ἕτοιμοι νὰ πουλήσουν τὰ πάντα. Εἶνε παραδόπιστοι. Αὐτοί εἶνε οἱ λάτρες τοῦ χρήματος.

Θεός τους ὁ μαμωνᾶς· ὅ,τι τοὺς πεῖ αὐτός, αὐτὸ κάνουν. Τοὺς λέει ὁ μαμωνᾶς κλέψτε; θὰ κλέψουν. Τοὺς λέει νὰ πᾶνε στὸ δικαστήριο νὰ ὁρκιστοῦν; παλαμίζουν τὸ Εὐαγγέλιο. Τοὺς λέει νὰ ἀδικήσουν χήρα καὶ ὀρφανό; ἀδικοῦν. Τοὺς λέει νὰ κάνουν πόλεμο; κάνουν (αὐτοὶ οἱ δυὸ παγκόσμιοι πόλεμοι, ὁ πρῶτος καὶ ὁ δεύτερος, δὲν ἔγιναν γιὰ εὐγενῆ καὶ ὑψηλὰ ἰδανικά· ἔγιναν γιὰ τὰ κάρβουνα καὶ τὰ πετρέλαια, γιὰ τὸ χρῆμα. Σήμερα τὸ ἴδιο συμβαίνει μὲ τὴν Οὐκρανία ὅπου τὸ ΝΑΤΟ τῶν Ἀμερικανῶν καουμπόηδων καὶ τὰ δεκανίκια τους τοῦ εὐρωπαϊκοῦ συνονθυλεύματος, πάνω στὸ αἷμα ἀθώων πολιτῶν, γερόντων καὶ γυναικόπαιδων, κάνουν μπίζνες, χρυσὲς δουλειές (πώληση ὅπλων θανάτου, αὔξηση τιμῶν σὲ πρώτες ὕλες, βενζίνη, ἡλεκτρική ἐνέργεια, ὑγραέριο, σιτηρὰ καὶ μεταφορικά), καὶ  ἀναμεταξὺ τους, πρῶτοι καὶ μὴ ἐξαιρετέοι, οἱ ἡμέτεροι γραικύλοι καὶ εὐρωλάγνοι ποὺ κυβερνοῦν καὶ ληστεύουν τὴν χώρα καὶ τὴν ὁδηγοῦν στὰ τάρταρα. Τοὺς λέει ν᾽ ἁρπάξουν τὸ ψωμὶ ἀπ᾽ τὸ στόμα τοῦ φτωχοῦ; τὸ κάνουν. Ὅταν ἐπρόκειτο ν᾽ ἀνοίξουν μεγάλα σουπερ-μάρκετ στὴ Ῥόδο, πολλοὶ φτωχοὶ ἄνθρωποι, ποὺ εἶχαν μικρὰ μαγαζάκια μέσα στὴν πόλι καὶ στὰ χωριά, κόντεψαν νὰ βρεθοῦν στὸ δρόμο. Οἱ ἄνθρωποι τοῦ μαμωνᾶ ἔκαναν συμμορία, ποὺ λέγεται ἀνώνυμος ἑταιρεία, καὶ ἔτσι ἤθελαν ν᾽ ἀρμέξουν ὅλο τὸν πλοῦτο, κι ἂς πεινάσουν ὅλοι οἱ ἄλλοι. Δὲ λογαριάζουν τίποτα, δὲν τοὺς ἐνδιαφέρει ἂν θὰ βρεθοῦν στὸ δρόμο τὰ φτωχαδάκια. Ἀνώνυμες πολυεθνικὲς ἑταιρεῖες ποὺ ἔχουν φυτρώσει σ’ ὅλη τὴ χώρα καὶ στὸ νησί μας, δὲν εἶνε τίποτε ἄλλο παρὰ συμμορίες τοῦ μαμωνᾶ.

Ὁ μαμωνᾶς βασιλεύει σήμερα καὶ σ᾽ αὐτὸν ἔχουν τὴν ἐλπίδα τους οἱ πολλοί. Λεφτά! Λεφτά! Λεφτά! σοῦ λένε. Ἀλλὰ μπορεῖ τὸ χρῆμα νὰ εἶνε ἡ ἐλπίδα μας; Ἤτανε δυὸ ἀνθρώπους στὰ ἐκατὸ μαγαζιά στὸ κέντρο τῆς πόλης. Ἦταν ἔμποροι, εἶχαν καταστήματα καὶ οἱ δυό, δούλευαν καὶ πήγαιναν καλά. Ἀλλὰ ἦρθε κρίσι στὸ ἐμπόριο, χρεωκόπησαν καὶ οἱ δυό, καὶ δὲν εἶχαν δραχμὴ οὔτε ὁ ἕνας οὔτε ὁ ἄλλος. Ὁ ἕνας, ποὺ δὲν πίστευε στὸ Θεό, νόμισε ὅτι πέθανε ὁ θεός του – τὸ χρῆμα, ἀπελπίστηκε, πῆγε κ᾽ ἔπεσε στὴ θάλασσα καὶ πνίγηκε. Ὁ ἄλλος ὅμως, ποὺ πίστευε στὸ Θεό, ἀπένταρος πλέον, χωρὶς κατάστημα, χωρὶς πελάτες, χωρὶς τίποτα – καὶ νὰ τὸν κυνηγοῦν οἱ τράπεζες νὰ τὸν πιάσουν, ἔκανε τὸ σταυρό του κι ἄρχισε πάλι δουλειά· καὶ ζῇ τώρα εὐτυχισμένα μὲ τὴν οἰκογένειά του.

Μεγάλο πρᾶγμα νὰ πιστεύῃ κανεὶς στὸ Θεό! Γιατὶ ὁ Θεὸς εἶνε Πατέρας, ὅπως λέει τὸ εὐαγγέλιο (βλ. Ματθ. 3,26)· κι ὅπως ὁ πατέρας φροντίζει γιὰ τὸ παιδί, ἔτσι καὶ ὁ οὐράνιος Πατέρας φροντίζει γιὰ ὅλα τὰ παιδιά του, μικροὺς καὶ μεγάλους. Ἔτσι ζοῦμε. Ἀλλὰ εἴμαστε ἀχάριστοι. Ὦ ψεύτη ντουνιᾶ! Ἕνα κόκκαλο δίνεις στὸ σκύλο, καὶ σοῦ κουνάει τὴν οὐρά· ὁ ἄνθρωπος τὴ μπουκιὰ ἔχει στὸ στόμα καὶ βλαστημάει τὸ Θεό. Ἀχάριστοι ἄνθρωποι! ἐὰν δὲ βρέξῃ ὁ οὐρανός, ἐὰν δὲ βγῇ ὁ ἥλιος νὰ στείλῃ τὶς ἀκτῖνες του, ἐὰν δὲ φυσήξῃ ἀέρας ζωογόνος, θὰ ξεραθοῦν τὰ σπαρτά, θὰ ψοφήσουν τὰ ζῷα, θὰ πεθάνετε. Τί λέμε; Βγάλτε τὸ ρολόι σας· 5 λεπτὰ νὰ λείψῃ ὁ ἀέρας, δὲ ζῇ ἄνθρωπος, ἀσφυξία θὰ πάθουμε. Ἔπρεπε νά ᾽χουμε ἕνα πύραυλο καὶ αὐτὸ τὸν ἄπιστο, ποὺ λέει πὼς δὲν ὑπάρχει Θεός, νὰ τὸν βάλουμε μέσα νὰ τὸν στείλουμε στὸ φεγγάρι. Ἐκεῖ οὔτε ἀχλάδι, οὔτε μῆλο, οὔτε νερό, οὔτε ἀέρας ὑπάρχει· ἐδῶ ὅλα τὰ δίνει ὁ Θεός, κι ὅμως μένουμε ἀχάριστοι. Θά ᾽ρθῃ ὥρα ποὺ θὰ τὰ στερηθοῦμε…καὶ ἦρθε ἡ ὧρα!

Ζοῦμε, γιατὶ θέλει ὁ Θεός. Τὸ λέει τὸ Εὐαγγέλιο· ἕνα πουλάκι δὲν πέφτει στὴ γῆ χωρὶς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, μιὰ τρίχα δὲ φεύγει χωρὶς τὸ θέλημά του (βλ. Ματθ. 10, 29-30). Ὅλα ζοῦν γιατὶ τὰ συντηρεῖ ἐκεῖνος, καὶ πολὺ περισσότερο τὸν ἄνθρωπο. Εἶνε σπουδαῖο νὰ πιστεύῃ κανεὶς στὸ Θεὸ καὶ ὄχι στὰ λεφτὰ τὰ ἄτιμα.

Αὐτοὶ ποὺ πιστεύουν στὸ χρῆμα, ἅμα λείψῃ αὐτὸ – ὁ θεός τους, αὐτοκτονοῦν· δὲν ἔχουν ἄλλο θεό. Ὅσοι πιστεύουν στὸ ζωντανὸ Θεό, δὲν ἀπελπίζονται. Μετὰ τὴν Μικρασιατικὴ καταστροφὴ τὸ 1922, στὴ Παλιὰ Πόλι, πρωὶ – πρωὶ ἕνα χαριτωμένο γεροντάκο συνήθιζε νὰ πουλάῃ λάχανα καὶ στὸ καρότσι ἐπάνω μὲ κόκκινα γράμματα εἶχε μιὰ ἐπιγραφή· «Ἔχει ὁ Θεός!». Ἔκανε πολλὴ ἐντύπωσι στὸν κόσμο καὶ τὸν ρωτοῦσε· ―Γιατί παπποῦ πάνω στὸ καρότσι σου ἔγραψες «Ἔχει ὁ Θεός»; ―Εἶμαι πρόσφυγας, ἀπάντησε. Στὴ Σμύρνη ζούσαμε καλά, ἤμασταν πλούσιοι. Ἔγινε ὅμως ἡ καταστροφὴ καὶ ἤρθαμε γυμνοὶ, ἐδῶ στὴ Ῥόδο. Πῆγα στὴν ἐκκλησιά, γονάτισα καὶ εἶπα· Θεέ μου, ἐσὺ ποὺ τρέφεις τὰ πουλιὰ καὶ τὰ κοράκια, μὴ μᾶς ἀφήσῃς. Κι ἄρχισα νὰ δουλεύω. Ἔχω γυναῖκα καὶ 5 παιδιά. Κάνω τὸ σταυρό μου, βγαίνω καὶ πουλῶ, καὶ ἔτσι ζῶ. Δόξα νά ᾽χῃ ὁ Θεός! Δόξα νά ᾽χῃ ὁ Θεός! Δόξα νά ᾽χῃ ὁ Θεός!…

Μὴν ἀπελπίζεσαι. Κι ἂν σ᾽ ἀφήσουν ὅλοι, κι ἂν γίνῃ ὁ κόσμος ἄνω – κάτω, ὑπάρχει ὁ Θεός!

«Κι ἂν δὲν μοῦ μείνῃ ἐντὸς τοῦ κόσμου

ποῦ ν᾽ ἀκουμπήσω, νὰ σταθῶ,

ἐκεῖ ψηλὰ εἶν᾽ ὁ Θεός μου·

πῶς ἠμπορῶ ν᾽ ἀπελπισθῶ;».

Αὐτὰ μᾶς λέει τὸ εὐαγγέλιο. Ἂς τὰ κρατήσουμε σφιχτά. Νὰ πιστεύουμε. Νὰ βουλώσουμε τ᾽ αὐτιά μας νὰ μὴν ἀκοῦμε τί λένε τὰ κοράκια τῆς ἀπιστίας καὶ τῆς ἀπώλειας, ἀλλὰ νὰ ζήσουμε μὲ τὶς οἰκογένειες μας ὅπως θέλει ὁ Χριστός, ὁ εὐλογητὸς εἰς τοὺς αἰῶνας.

Δι’ εὐχῶν…