Τῶν ἁγίων Ἀναργύρων, Κήρυγμα 2020

1 Νοεμβρίου

 

YΠΕΡΗΦΑΝΕΥΕΣΑΙ;

«Ἡ ἀγάπη οὐ περπερεύεται, οὐ φυσιοῦται», δηλαδή, «Η αγάπη δεν υπερηφανεύεται και δεν ξιπάζεται» (Α΄ Κορ. 13,4)

 

Ὑπάρχει, ἀγαπητοί, μία ἀσθένεια σοβαρή, ποὺ κάνει θραῦσι. Ποιά εἶνε αὐτή; ἡ φθίσι, ὁ καρκίνος; ὁ κορωνοϊός; Δὲν θέλουμε νὰ μιλήσουμε γι᾽ αὐτές. Δὲν πρόκειται γιὰ ἀσθένεια σωματική· πρόκειται γιὰ ἀσθένεια ψυχική, ποὺ θά ᾽πρεπε ν᾽ ἀκοῦμε τὸ ὄνομά της καὶ νὰ τρέμουμε. Κι ὅμως θὰ τὸ ποῦμε καὶ κανείς δὲν θὰ ταραχτῇ. Τὸ ὄνομα τῆς ἀσθενείας αὐτῆς εἶνε ὑπερηφάνεια. Γι᾽ αὐτὴν μιλάει ἡ ἁγία Γραφή, γι᾽ αὐτὴν λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὸ σημερινὸ ἀνάγνωσμα τῆς ἑορτῆς τῶν ἁγίων Ἀναργύρων καὶ δίνει τὸ κατάλληλο φάρμακο γιὰ τὴ θεραπεία της.

 

Ἂς δοῦμε, ἀγαπητοί, γιὰ τί ὑπερηφανεύεται ὁ ἄνθρωπος. Γιὰ διάφορα πράγματα.

 

Ὁ ἕνας λόγου χάριν ὑπερηφανεύεται γιὰ τὰ λεφτά του. Αὐτὰ εἶνε ὁ θεὸς τοῦ κόσμου. Ἅμα κανεὶς πιάσῃ λεφτά, ἀμέσως φουσκώνει. Τὸν βλέπεις, αὐτὸν ποὺ καθόταν σὲ μιὰ παράγκα, νὰ θέλῃ τώρα νὰ καθίσῃ σ᾿ ἕνα τεράστιο οἰκοδόμημα, νὰ τρέχῃ δεξιὰ κι ἀριστερὰ καὶ νὰ ἐπιδεικνύεται, ν᾿ ἀγοράζῃ λιμουζῖνες, νὰ ντύνεται φανταχτερά, «πορφύραν καὶ βύσσον» ὅπως ὁ ἄφρων πλούσιος τοῦ εὐαγγελίου (Λουκ. 16,19).

 

Ὁ ἄλλος ὑπερηφανεύεται γιὰ κάποιο ἀξίωμα. Κατώρθωσε, μὲ πολὺ γλείψιμο, ν᾿ ἀνεβῇ ψηλὰ στὴν ἱεραρχία τοῦ κράτους, νὰ γίνῃ νομάρχης, ὑπουργὸς ἢ πρωθυπουργός. Καὶ ἐνῷ μέχρι χθὲς παρακαλοῦσε γιὰ τὴν ψῆφο καὶ τοῦ τελευταίου ψηφοφόρου, τώρα κάθεται στὸ ὑπουργεῖο του καὶ βλέπει τοὺς ἄλλους σὰν κουνούπια.

 

Ὁ ἄλλος δὲν ὑπερηφανεύεται οὔτε γιὰ χρήματα οὔτε γιὰ ἀξιώματα· ὑπερηφανεύεται γιὰ τὰ μπράτσα καὶ τὶς γροθιές του, γιὰ τὰ πόδια του ποὺ δίνουν κλωτσιὲς στὰ γήπεδα καὶ ποὺ τὰ ἐξαργυρώνει μὲ χρήματα πολλά. Αὐτοί, οἱ πιὸ πολλοὶ ἀγράμματοι καὶ ἐλεεινοί, καυχῶνται καὶ ὑπερηφανεύονται γιὰ τὴ σωματικὴ δύναμι, τὴν ὑγεία ἢ τὴν ὀμορφιά τους.

 

Ἄλλος πάλι καυχιέται γιὰ τὴν καταγωγή του ἢ γιὰ τὶς γνωριμίες καὶ σχέσεις του μὲ μεγάλα πρόσωπα, συγγενεῖς καὶ φίλους ἰσχυροὺς σὲ διάφορες θέσεις καὶ ὑπουργεῖα. Ἄλλος καυχιέται γιὰ τὴ γυναῖκα του, ἄλλη γιὰ τὸν ἄντρα της, ἄλλος γιὰ τὰ παιδιά του, καὶ πολλὰ ἄλλα. Ὑπάρχει ἄνθρωπος ποὺ νὰ μὴν ἔχῃ μέσα του τὸ μικρόβιο τῆς ὑπερηφανείας;

 

Καὶ ὄχι μόνο οἱ κοσμικοί· ἡ ψώρα αὐτὴ προσβάλλει καὶ θρησκευτικούς. Αὐτοὶ δὲν καυχῶνται γιὰ ὑλικὰ πράγματα· καμαρώνουν γιὰ πνευματικά. Εἶνε σὰν τὸν Φαρισαῖο ἐκεῖνον ποὺ καυχιόταν γιὰ τὰ ἔργα του (βλ. Λουκ. 18,11-12). Ἔτσι καὶ μερικοὶ καυχῶνται γιὰ νηστεῖες ἐλεημοσῦνες προσευχές, γιὰ τὴ θρησκευτικότητά τους.

 

Αὐτὰ εἶνε τὰ εἴδη τῆς ὑπερηφανείας.

 

Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ἀγαπητοί, ἔλεγε· «Ὅταν δῶ ἄνθρωπο ταπεινὸ μοῦ φαίνεται πὼς βλέπω ἄγγελο, ἅμα δῶ ὑπερήφανο καὶ φαντασμένο νομίζω πὼς βλέπω διάβολο». Μεγάλο κακὸ ἡ ὑπερηφάνεια. Γιατί; Διότι εἶνε ἡ ῥίζα ὅλων τῶν κακῶν. Αὐτὴ γκρέμισε τὸν ἑωσφόρο, τὸν σατανᾶ, καὶ τοὺς ἀγγέλους του ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ τοὺς ἔκανε δαίμονες· αὐτὴ ἔδιωξε τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὔα ἀπ᾽ τὸν παράδεισο καὶ τοὺς ἔρριξε μαζὶ μὲ τόσους ἀπογόνους στὸν κόσμο αὐτόν· αὐτὴ κάνει τοὺς ἀνθρώπους νὰ φθονοῦνται, νὰ ζηλεύουν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, καὶ γίνονται τόσα κακὰ στὴν οἰκογένεια, στὴν κοινωνία, στὰ ἔθνη.

 

Καὶ δὲν ὑπάρχει λοιπὸν φάρμακο ἐναντίον τῆς ὑπερηφανείας; Ὑπάρχει. Ἡ Ἐκκλησία εἶνε ἰατρεῖο καὶ διαθέτει φάρμακα. Φάρμακα γιὰ τὶς σωματικὲς ἀσθένειες δίνουν τὰ νοσοκομεῖα· ἡ Ἐκκλησία εἶνε τὸ πνευματικὸ ἰατρεῖο καὶ ἔχει τὰ φάρμακα γιὰ τὶς ψυχικὲς παθήσεις. Ἂς ἔρθῃ λοιπὸν στὴν Ἐκκλησία ὅποιος ἄντρας ἢ γυναίκα εἶνε ὑπερήφανος –καὶ ποιός δὲν εἶνε, ἀφοῦ ὁ ταπεινὸς εἶνε κάτι σπάνιο– νὰ ζητήσῃ τὰ φάρμακα. Ἂς ἔρθῃ σήμερα ν᾿ ἀκούσῃ τὸν ἀπόστολο Παῦλο, ποὺ δίνει τὴ συνταγή.

 

Τὸ πρῶτο φάρμακο ποὺ συνιστᾷ εἶνε ἡ ταπείνωσι. Ἄνθρωπε, λέει, ὅ,τι ἔχεις δὲν εἶνε δικό σου· ὅλα εἶνε ξένα. Τίνος εἶνε; Τοῦ Θεοῦ.

 

Καυχιέσαι γιὰ σωματικὴ δύναμι καὶ ὑγεία. Καὶ δὲν καταλαβαίνεις, ταλαίπωρε, ὅτι φτάνει ἕνα μικρόβιο, ἕνας κορωνοϊός νὰ σὲ ῥίξῃ στὸ κρεβάτι, ὅτι ἕνα ἀγγεῖο νὰ σπάσῃ καὶ μιὰ σταγόνα αἷμα νὰ πέσῃ στὸν ἐγκέφαλο μένεις παράλυτος; Ἡ ζωὴ εἶνε εὔθραυστη σὰν τὸ γυαλί, ἐφήμερη σὰν τὸ ἄνθος.

 

Καυχιέσαι γιὰ λεφτά. Καὶ δὲν βλέπεις ὅτι μπορεῖ νὰ συμβῇ κάτι στὸ χρηματιστήριο, μία κρίσις οἰκονομική, καὶ ξαφνικὰ νὰ δῇς τὰ χαρτονομίσματα νὰ γίνουν πλατανόφυλλα καὶ νὰ μὴ μπορῇς ν᾿ ἀγοράσῃς οὔτε ἕνα κουτὶ σπίρτα; Μήπως δὲν εἴδαμε πλουσίους νὰ πέφτουν καὶ νὰ ζητιανεύουν; Τροχὸς εἶνε ἡ ζωή, τὰ ἄνω γίνονται κάτω· «πάντα σκιᾶς ἀσθενέστερα, πάντα ὀνείρων ἀπατηλότερα» (Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ – Ἀκολουθία εἰς κεκοιμένους).

 

Κ᾽ ἐσὺ ποὺ καυχιέσαι γιὰ τὴν ὀμορφιά σου καὶ κοιτάζεσαι στὸν καθρέφτη, δὲν πᾶς στὸ νεκροταφεῖο νὰ δῇς τοὺς τάφους καὶ νὰ μᾶς πῇς ἀπ᾽ ὅλους ἐκείνους ποιές ἦταν οἱ ὡραῖες καὶ ποιοί οἱ ἄσχημοι; Δὲν βλέπεις τὴ ματαιότητα;

 

Κ᾽ ἐσὺ ὁ ἄλλος, ποὺ καυχιέσαι γιὰ τὶς σχέσεις μὲ τοὺς ἰσχυροὺς τῆς ἡμέρας, ἔλα στὴν ἐκκλησία ν᾿ ἀκούσῃς τί λέει ὁ Δαυΐδ· «Μὴ πεποίθατε ἐπ᾽ ἄρχοντας, ἐπὶ υἱοὺς ἀνθρώπων, οἷς οὐκ ἔστι σωτηρία» (Ψαλμ. 145, 3). Μὴ στηρίζεσαι σ᾽ αὐτούς· σήμερα εἶνε στὴν ἐξουσία, αὔριο βρίσκονται στὶς φυλακὲς καὶ πᾶνε γιὰ ἐκτέλεσι.

 

Κ᾽ ἐσὺ ὁ ἄλλος, ποὺ καυχιέσαι γιὰ τὴν ἐπιστήμη, ὅτι πῆγες στὰ πανεπιστήμια καὶ ξέρεις πολλά, δὲν βλέπεις τί εἶνε οἱ γνώσεις; σταγόνα στὸν ὠκεανό. Σκέψου καὶ τὸ ἄλλο; ὅτι αὐτὰ ποὺ γνωρίζεις τὰ γνωρίζεις γιατὶ κάποιος σοῦ ἔδωσε μυαλό. Βάλε ἕνα πίθηκο στὸ δημοτικὸ σχολεῖο· δέκα χρόνια νὰ καθίσῃ στὰ θρανία, δὲν μπορεῖ νὰ μάθῃ οὔτε τὸ ἄλφα. Γιατί; Δὲν ἔχει μυαλὸ ὅπως ἔχεις ἐσύ. Τὸ μυαλό, ποὺ κινεῖ τὴ γλῶσσα, ποὺ κάνει τὴ γραφή, τὴν τέχνη, τὴν ἐπιστήμη, ἐρωτοῦμε τοὺς ἀπίστους, ποιός τὸ ἔδωσε; Ἀπαντῆστε, ἄθεοι. Τὸ ἔδωσε ὁ Θεός.

 

Κ᾽ ἐσὺ τέλος ποὺ καυχιέσαι γιὰ ἀρετές, τί ἔχεις; προσευχή, νηστεία; Ὅλα εἶνε δῶρα. Ἂν πάρῃ ὁ Θεὸς τὴ χάρι του, κι ὁ μεγαλύτερος ἅγιος πέφτει, γίνεται ἁμαρτωλός. Ὁ Θεὸς νὰ φυλάῃ. Γι᾿ αὐτὸ λέμε «Μὴ εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν» (Ματθ. 6,13). Νομίζουμε πὼς εἴμαστε καλοὶ Χριστιανοί, ἀλλὰ δὲν ἦρθε ἀκόμα πειρασμός. Ἅμα ὁ Θεὸς στείλῃ τὸ κόσκινο, ὅπως κοσκίνισε τὸν ἀπόστολο Πέτρο, θὰ ποῦμε «Οὐκ οἶδα τὸν ἄνθρωπον» (Ματθ. 26,72), θ᾽ ἀδειάσουν οἱ ἐκκλησίες.

 

Ὅλα εἶνε τοῦ Θεοῦ. Γι᾽ αὐτὸ πῶς τὰ ὀνομάζει ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐδῶ στὴν ἐπιστολή του· «χαρίσματα» (Α΄ Κορ. 12,31). Χάρισμα ἡ ὑγεία, χάρισμα ἡ τέχνη, χάρισμα ἡ ἐπιστήμη, χάρισμα οἱ ἱκανότητες. Δὲν εἶνε δικά σου, ὁ Θεὸς τὰ ἔδωσε· κάποτε θὰ σοῦ ζητήσῃ λόγο γι᾽ αὐτά.

 

Προσθέτει ὅμως καὶ κάποιο ἄλλο φάρμακο ἰσχυρότερο ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Στὴν ἐκκλησία τῆς ἀρχαίας Κορίνθου, στὴν ὁποία ἔγραψε τὰ λόγια αὐτά, οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια ὁ ἕνας καυχιόταν γιὰ τὴ ῥητορεία του, ὁ ἄλλος γιὰ τὸ ψάλσιμό του, ὁ ἄλλος γιὰ τὴ διδασκαλία του, ὁ ἄλλος γιὰ τὶς προφητεῖες του, ὁ ἄλλος γιατὶ ἔβγαζε δαιμόνια. Εἶχαν χωριστῆ μεταξύ τους, ὑπῆρχε διχόνοια. Τοὺς λέει λοιπόν· Παραπάνω ἀπ᾽ ὅλα τὰ χαρίσματα, παραπάνω ἀπὸ τὴν προφητεία, τὴ διδασκαλία, τὴ θαυματουργία, τὴ γλωσσολαλία, παραπάνω κι ἀπὸ τὴν πίστι, τὸ κορυφαῖο χάρισμα εἶνε ἡ ἀγάπη. Τό ᾿χουμε; ἔχει καλῶς. Δὲν τό ᾿χουμε; κρίμα στὶς προσευχές, στὶς νηστεῖες, στὶς μετάνοιες, στὴν ἐπιστήμη μας, κρίμα σ᾿ ὅλα. Μηδὲν ὁ κόσμος, «γῆς Μαδιὰμ» (βλ. Ἔξ. 4,19), «Ἁρμαγεδών» (Ἀπ. 16,17).

 

Ἐμεῖς θὰ προτιμούσαμε νά ᾿χαμε ἕνα δράμι, μιὰ σταλαγματιὰ ἀπ᾽ αὐτό. Τὰ ἄλλα μὴν τὰ ζηλεύετε. Ἔλα, Χριστέ, ἔλα καὶ ῥίξε μιὰ σταγόνα ἀπ᾽ αὐτὸ τὸ βάλσαμο μέσ᾿ στὰ ἀντρόγυνα, στὰ σπίτια, στὶς κοινωνίες, στὴν ἀνθρωπότητα! Τότε οἱ ἄνθρωποι γίνονται ἄγγελοι.

 

Δὲν σᾶς λέμε περισσότερα, ἀδέρφια. Ὅταν πᾶτε στὸ σπίτι, ἀνοῖξτε τὸ Εὐαγγέλιο, ἀνοῖξτε τὴν Πρώτη πρὸς Κορινθίους ἐπιστολὴ στὸ 13ο κεφάλαιο καὶ διαβάστε αὐτὴ τὴν περικοπὴ περὶ τῆς ἀγάπης. Αὐτὴ ἡ ἀγάπη ἑνώνει τὸ ἀντρόγυνο καὶ τὰ παιδιά, ὅλη τὴν κοινωνία. Αὐτὴ τὴν ἀγάπη, ποὺ εἶνε οὐρανὸς καὶ παράδεισος, αὐτὴν ἦρθε νὰ διδάξῃ ὁ Χριστός, αὐτὴν κηρύττουν σήμερα καὶ οἱ δύο ἅγιοι ποὺ ἑορτάζουμε.

 

Οἱ ἅγιοι Ἀνάργυροι εἶχαν χαρίσματα· καταγωγὴ ἀπὸ τὴ ῾Ρώμη, πλούτη, νειᾶτα, ὀμορφιά, ἐπιστήμη ἰατρική. Ἀλλὰ παραπάνω ἀπ᾿ ὅλα εἶχαν τὴν ἀγάπη. Γι᾽ αὐτὸ δὲν ἐξασκοῦσαν τὴν ἰατρικὴ ὡς ἐκμετάλλευσι, δὲν «γδύνανε» τοὺς φτωχούς. Τὰ χαρίσματα ποὺ τοὺς ἔδωσε ὁ Θεὸς τὰ προσέφεραν θυσία στὸ Χριστὸ καὶ στὸν φτωχὸ ἀδελφό, σὰν λιβάνι ποὺ καίγεται.

Ἔτσι κ᾽ ἐμεῖς. Ὅ,τι χάρισμα ἔχουμε, εἴτε ὀμορφιὰ εἴτε ἱκανότητα εἴτε χρήματα εἴτε τέχνη, μὴν τὰ ἔχουμε γιὰ νὰ ἐκμεταλλευώμαστε τοὺς ἄλλους. Ὅλα νὰ τὰ θέσουμε στὴν ὑπηρεσία τοῦ πλησίον μας, ὅλα γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ μας· γιὰ νὰ λατρεύεται καὶ νὰ δοξάζεται ὁ Πατήρ, ὁ Υἱὸς καὶ τὸ ἅγιο Πνεῦμα εἰς αἰῶνας αἰώνων διὰ πρεσβειῶν τῶν ἁγίων Ἀναργύρων· ἀμήν.