Κυριακὴ Γ΄ Ματθαίου (Ματθ. 6,22-33)

ΤI AΓΩNIATE;

 

Εἶπεν ὁ Κύριος· «Μὴ μεριμνᾶτε τῇ ψυχῇ ὑμῶν τί φάγητε καὶ τί πίητε, μηδὲ τῷ σώματι ὑμῶν τί ἐνδύσησθε· οὐχὶ ἡ ψυχὴ πλεῖόν ἐστι τῆς τροφῆς καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἐνδύματος; ἐμβλέψατε εἰς τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, ὅτι οὐ σπείρουσιν οὐδὲ θερίζουσιν οὐδὲ συνάγουσιν εἰς ἀποθήκας, καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος τρέφει αὐτά· οὐχ ὑμεῖς μᾶλλον διαφέρετε αὐτῶν;» δηλαδή,

«Μη φροντίζετε με στενοχωρίαν και αγωνίαν δια την ζωήν σας, δηλαδή δια το τι θα φάγετε και το τι θα πίετε, ούτε και δια το σώμα σας με τι θα ενδυθήτε. Δεν αξίζει η ζωή περισσότερον από την τροφήν και το σώμα από το ένδυμα; (Ο Θεός, που σας έδωσε το πολυτιμότερον, δεν θα σας δώση και το κατώτερον;). Παρατηρήστε τα πτηνά του ουρανού και ίδετε ότι αυτά ούτε σπέρνουν ούτε θερίζουν ούτε συγκεντρώνουν τροφάς εις αποθήκας. Και όμως ο Πατήρ σας ο ουράνιος τα τρέφει. Σεις δεν έχετε ασυγκρίτως μεγαλυτέραν αξίαν από αυτά;» (Mατθ. 6,25-26)

ΑΡΧΙΖΟΥΜΕ, ἀγαπητοί, τὸ σύντομο αὐτὸ κήρυγμα μ᾿ ἕνα παράδειγμα. Τὸ ψάρι πλάστηκε νὰ ζῇ μέσ᾿ στὸ νερό, στὶς θάλασσες, τοὺς ποταμοὺς καὶ τὶς λίμνες. Μέσα ἐκεῖ κολυμπᾷ καὶ ζῇ εὐχαρίστως. Ἂν πάρουμε τὸ ψάρι ἀπ᾿ τὸ νερὸ καὶ τὸ βγάλουμε στὴν ἀμμουδιά, ἔστω κι ἂν ἡ ἀμμουδιὰ εἶνε χρυσῆ, αὐτὸ σπαρταρᾷ, ἀγωνιᾷ, ζητᾷ τὴ θάλασσα. Ὅπως λοιπὸν τὸ ψάρι δὲ᾿ μπορεῖ νὰ ζήσῃ ἔξω ἀπ᾿ τὸ νερό, ἔτσι κι ὁ ἄνθρωπος δὲ᾿ μπορεῖ νὰ ζήσῃ μακριὰ ἀπὸ τὸ Θεό. Πάσχει, ἀγωνιᾷ.

Ἂν ἀνοίξουμε τὶς καρδιὲς τῶν σημερινῶν ἀνθρώπων, θὰ δοῦμε ὅτι εἶνε γεμᾶτες ἀγωνία, ἀνησυχία, φόβο. Γιὰ πολλὰ ἀγωνιοῦν οἱ ἄνθρωποι καὶ γίνονται δυστυχισμένοι· ἀλλὰ ἡ σοβαρώτερη ἀγωνία ποὺ τοὺς καταλαμβάνει, εἶνε ἀπὸ τὴ μέριμνα γιὰ τὸ μέλλον. Τὴν ἀγωνία αὐτὴ ζωγραφίζει τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο.

* * *

Τὸ ἄξιο προσοχῆς εἶνε, ὅτι οἱ πλούσιοι ἀγωνιοῦν περισσότερο ἀπὸ τοὺς φτωχούς. Ἀγωνιοῦν οἱ ἑκατομμυριοῦχοι, αὐτοὶ ποὺ δὲν ξέρουν τί ἔχουν. Ἐργάζονται σὰν μυρμήγκια, μαζεύουν πλούτη· καὶ μετὰ κάνουν σὰν τὸν ἄφρονα πλούσιο τῆς παραβολῆς· δὲν κοιμοῦνται, στριφογυρίζουν στὸ κρεβάτι, σκέπτονται ποῦ νὰ βάλουν τ᾿ ἀγαθά τους, πῶς ν᾿ ἀσφαλίσουν καλύτερα τὰ χρήματά τους. Νὰ τὰ κρύψουν στὸ σπίτι; ὑπάρχει κίνδυνος νὰ τὰ βροῦν οἱ κλέφτες. Νὰ τὰ βάλουν στὶς τράπεζες; ὑπάρχει κίνδυνος μιὰ μέρα νὰ χρεωκοπήσουν καὶ νὰ τὰ χάσουν. Ν᾿ ἀγοράσουν σπίτια καὶ πολυκατοικίες; ὑπάρχει κίνδυνος νὰ γίνῃ σεισμὸς καὶ νὰ καταστραφοῦν. Ν᾿ ἀγοράσουν αὐτοκίνητα, καράβια, ἀεροπλάνα; κι αὐτὰ χάνονται σὲ κάποιο τροχαῖο ἢ ναυάγιο ἢ ἀεροπορικὸ δυστύχημα. Ν᾿ ἀγοράσουν οἰκόπεδα καὶ χωράφια; κι αὐτά, ἂν γίνῃ πόλεμος καὶ μποῦν κατακτηταί, χάνονται. Νὰ τὰ κάνουν ῥάβδους χρυσοῦς καὶ νὰ τὰ στείλουν σὲ τράπεζες τοῦ ἐξωτερικοῦ; κι αὐτὸ ἐπικίνδυνο εἶνε. Τί νὰ κάνουν λοιπόν; Μεγάλη ἡ ἀγωνία τῶν πλουσίων.

Ἀλλὰ ἀγωνία ἔχουν καὶ οἱ φτωχὲς τάξεις. Ἀγωνιοῦν οἱ φτωχοί, γιατὶ αὐτὰ ποὺ ἔχουν εἶνε λίγα, δὲν φτάνουν. Ἀγωνιοῦν οἱ γονεῖς πῶς θ᾿ ἀποκαταστήσουν τὰ κορίτσια τους, πῶς θὰ σπουδάσουν τ᾿ ἀγόρια τους. Ἀγωνιοῦν οἱ ἄῤῥωστοι, ὅταν βλέπουν ὅτι ὑπάρχει κίνδυνος νὰ πεθάνουν. Ἀγωνιοῦν οἱ ἀσπρομάλληδες γέροντες, ποὺ βλέπουν τὸ χάρο νὰ πλησιάζῃ.

Ἀγωνιοῦν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι σ᾿ Ἀνατολὴ καὶ Δύσι. Ὑπάρχει ἀγωνία παγκόσμιος. Πάντοτε ὑπῆρχε, ἀλλὰ σήμερα ἐντάθηκε περισσότερο.

Θὰ περίμενε κανεὶς ἡ ἐπιστήμη μὲ τὴν πρόοδό της νὰ μειώσῃ τὴν ἀγωνία. Καὶ ὅμως, ἐνῷ κατώρθωσε τόσα καὶ χάρισε ἀνέσεις καὶ πλούτη στὸν ἄνθρωπο, τοῦ αὔξησε τὴν ἀγωνία. Διότι στὸ ἕνα χέρι κρατᾷ τὴν πενικιλλίνη, καὶ στὸ ἄλλο τὶς βόμβες. Ἀγωνιᾷ ἡ ἀνθρωπότης, μήπως ἀπὸ ὥρα σὲ ὥρα ἐκραγῇ τρίτος παγκόσμιος πόλεμος, ὁ ὁλοκληρωτικὸς πόλεμος, ὁ Ἁρμαγεδών (Ἀπ. 16,16). Πάνω ἀπ᾿ τὰ κεφάλια ὅλων τῶν λαῶν κρέμεται ἡ δαμόκλειος σπάθη. Τί εἶν᾿ αὐτό; Ὁ Δαμοκλῆς ἦταν στὴν ἀρχαιότητα ὑπάλληλος στὴν αὐλὴ τοῦ τυράννου τῶν Συρακουσῶν Διονυσίου τοῦ πρεσβυτέρου. Ζήλευε τὸ βασιλιᾶ, διότι νόμιζε ὅτι ἡ ἐξουσία εἶνε ἀπόλαυσις. Ὁ Διονύσιος ἔδωσε ἐντολὴ νὰ τὸν ντύσουν βασιλικὴ στολή, νὰ τὸν καθήσουν στὸ θρόνο καὶ νὰ τὸν τιμήσουν ὡς βασιλέα· συγχρόνως ὅμως μὲ τρίχες ἀλόγου κρέμασε ἀπὸ τὴν ὀροφὴ πάνω ἀπ᾿ τὸ κεφάλι του ἕνα μυτερὸ σπαθὶ ἕτοιμο νὰ πέσῃ. Ὅταν τό ᾿δε ὁ Δαμοκλῆς σηκώθηκε ἔντρομος ἀπὸ τὴ θέσι του καὶ εἶπε· - Ἂν πρόκειται νὰ κινδυνεύω ἔτσι, νὰ λείπῃ τὸ ἀξίωμα! Ἔτσι ὁ Δαμοκλῆς εἰκονίζει τὴ σημερινὴ ἀνθρωπότητα, ποὺ ἔχει ἀγαθὰ καὶ ἀνέσεις, ἀλλ᾿ ἀπὸ πάνω της κρέμεται τὸ σπαθὶ τῆς πυρηνικῆς καταστροφῆς, τῆς ὁλοκληρωτικῆς ἐξαφανήσεως.

Ἀγωνιᾷ ὁ ἄνθρωπος. Καὶ ἐνῷ εἶνε ὑγιής ―τὰ μάτια, τ᾿ αὐτιά, τὸ στομάχι, ἡ καρδιά του εἶνε γερά―, αὐτὸς νιώθει ἄῤῥρωστος καὶ τρέχει στοὺς γιατρούς. Ἔχει ἐφιάλτες, παίρνει ὑπνωτικὰ χάπια. Ἀγωνιᾷ γιὰ ὅλα. Αὐτὸ οἱ ἐπιστήμονες τὸ ὀνομάζουν ἄγχος· εἶνε ἡ ἀσθένεια τῆς ἐποχῆς, τὸ σαράκι ποὺ τρώει τὰ σπλάχνα τῆς ἀνθρωπότητος. Γι᾿ αὐτὸ αὐξήθηκαν οἱ ψυχίατροι, γέμισε ὁ κόσμος ψυχιατρικὲς κλινικὲς καὶ ψυχοφάρμακα. Καὶ θεραπεία οὐσιαστικὴ δὲ᾿ βρίσκεται.

Κι ὅμως ὑπάρχει φάρμακο ἀποτελεσματικὸ καὶ δραστήριο, ποὺ μόλις τὸ πάρῃ ὁ ἄνθρωπος φεύγει ἀπ᾿ τὴν ψυχὴ ἡ ἀγωνία καὶ ἔρχεται «ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ ἡ ὑπερέχουσα πάντα νοῦν» δηλαδή, «η ειρήνη του Θεού που υπερέχει κάθε νου» (Φιλ. 4,7). Τὸ φάρμακο εἶνε ἡ πίστι. Πίστι σὲ ποιόν; στοὺς μάγους; στοὺς δαίμονες; στὰ πλούτη; στὶς ἡδονές; στὰ συστήματα τοῦ κόσμου; στὶς διάφορες θρησκεῖες; «Ματαιότης ματαιοτήτων, τὰ πάντα ματαιότης» δηλαδή, «Εντελώς, μάταια και ανωφελή, είπεν ο Εκκλησιαστής, ότι είναι όλα όσα δεν σχετίζονται με τον Θεόν και το θέλημά του. Ματαιότης ματαιοτήτων, όλα ανεξαιρέτως τα επίγεια είναι μάταια». (Ἐκκλ. 1,2). Πίστι στὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν καὶ στὰ λόγια του, ποὺ ἔχουν ἀνεκτίμητη ἀξία.

Τί εἶπε σήμερα ὁ Χριστός; Ἀκούσατε τὸ εὐαγγέλιο ὅλοι ἐδῶ μέσα; Αἰώνια λόγια· «Μὴ μεριμνᾶτε» (Ματθ. 6,25), μὴν ἔχετε ἀγωνία. Τὰ κοροϊδεύουν αὐτὰ μερικοὶ καὶ λένε· Δηλαδὴ νὰ τεμπελιάζουμε, λέει τὸ Εὐαγγέλιο, καὶ θὰ ῥίχνῃ ὁ οὐρανὸς καρβέλια… Τὸ Εὐαγγέλιο δὲ᾿ λέει τέτοια πράγματα· οὔτε λέει νὰ καθήσουμε κάτω ἀπ᾿ τὴ συκιὰ καὶ νὰ περιμένουμε νὰ πέσῃ τὸ σῦκο νὰ τὸ φᾶμε. Τὸ Εὐαγγέλιο καταδικάζει τὴν τεμπελιὰ καὶ τὴν ἀδράνεια. Αὐτὸς ποὺ εἶπε τὸ «μὴ μεριμνᾶτε», εἶπε καὶ τὸ «ἐργάζεσθε» (Γέν. 2,15· Ματθ. 21,28· Ἰωάν. 6,27). Νὰ ἐργαζώμεθα λέει ὁ Χριστός, ἀλλ᾿ ὄχι ν᾿ ἀγωνιοῦμε γιὰ τὸ τί θὰ φᾶμε τί θὰ πιοῦμε. Αὐτὴ ἡ ἀγωνία εἶνε ἁμαρτία. Γιατί; Διότι ὑπάρχει Θεὸς καὶ αὐτὸς μᾶς φροντίζει. Αὐτὴ τὴ μεγάλη ἀλήθεια διδάσκει τὸ εὐαγγέλιο.

Ὑπάρχει Θεός! Καὶ δὲν εἶνε ἀπομονωμένος, ὅπως λένε κάποιοι, σὲ κάποιο νεφέλωμα τοῦ ἀστρικοῦ κόσμου. Εἶνε πατέρας μας, μᾶς ἔπλασε, βρίσκεται δίπλα μας καὶ ἐνδιαφέρεται. Φροντίζει ὁ Θεὸς περισσότερο ἀπ᾿ ὅ,τι ἡ μάνα τὸ βρέφος, ὁ ἀξιωματικὸς τοὺς στρατιῶτες, ὁ γιατρὸς τὸν ἄῤῥωστο, ὁ κυβερνήτης τοὺς ὑπηκόους του, ὁ πατέρας τὰ παιδιά του. Ὁ Θεὸς φροντίζει γιὰ ὁλόκληρο τὸν κόσμο· γιὰ τὸν ἥλιο, τὸ φεγγάρι, τὰ δέντρα, τὰ πουλιά, τὰ ἀρνάκια ποὺ βόσκουν, τὶς θάλασσες, τὶς λίμνες, τοὺς ποταμούς…· ἀλλὰ πρὸ παντὸς φροντίζει γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Ἀκατάπαυστη ἡ φροντίδα του. Λίγο νὰ μᾶς ἀφήσῃ, δὲ᾿ μποροῦμε νὰ ζήσουμε. Δύο – τρία λεπτὰ νὰ λείψῃ ὁ ἀέρας, θὰ πάθουμε ὅλοι ἀσφυξία.

Ὦ Θεέ μου, πόσο μᾶς ἀγαπᾷς καὶ φροντίζεις γιὰ μᾶς τοὺς ἁμαρτωλούς! Ἀποροῦμε πῶς ὑπάρχουν ἄπιστοι, καὶ πῶς ὑπάρχουν στόματα ποὺ βλαστημοῦν τὸ Θεό. Πῶς μᾶς ἀνέχεται! Ἀντὶ γιὰ εὐχαριστῶ, ἐμεῖς τὸν προκαλοῦμε. Κάθε τὶκ – τὰκ τῆς καρδιᾶς μας εἶνε καὶ μιὰ εὐεργεσία του. Ρωτῆστε τοὺς γιατροὺς καὶ μάθετε, ὅτι δὲν ὑπάρχει πιὸ τέλειο μηχάνημα ἀπὸ τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου. Δόξα τῇ εὐσπλαχνίᾳ σου, Κύριε! Δόξα τῇ μακροθυμίᾳ σου! Δόξα τῇ παντοδυναμίᾳ σου! Δόξα τῇ ἀγάπῃ σου!

* * *

Ἀδελφοί! Μὴν ἔχουμε τὴν ἀγωνία καὶ τὸ ἄγχος τῶν ἀπίστων καὶ τῶν ἀνθρώπων τοῦ μαμωνᾶ. Δὲν εἴμαστε μόνοι στὸν κόσμο· Ὑπάρχει Θεὸς πατέρας, ὑπάρχει ἡ θεία του πρόνοια. Σ᾿ αὐτὸν ἡ ἐλπίδα μας στὶς δύσκολες στιγμές, σ᾿ αὐτὸν ἡ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη μας.

Μὴν ἀνοίξετε σήμερα ἐφημερίδες καὶ ῥαδιόφωνα. Ἀνοῖξτε τὸ βιβλίο τῆς ζωῆς σας. Θυμηθῆτε, ἀπὸ μικρὰ παιδιὰ μέχρι τώρα, πόσες φορὲς σᾶς ἔσωσε. Ἀπὸ πάνω σας ἦταν καὶ εἶνε συνεχῶς ἁπλωμένο τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ. Ἀνοῖξτε τὴν ἱστορία τοῦ ἔθνους μας, καὶ θὰ δῆτε πόσες φορὲς ἡ πατρίδα μας πλησίασε στὴν καταστροφή, καὶ ὁ Θεὸς «διὰ θαυμάτων» μᾶς ἔσωσε, ὅπως εἶπε ὁ Καποδίστριας, ὁ μεγάλος μας Κυβερνήτης. Ἀνοῖξτε καὶ τὴν παγκόσμια ἱστορία, καὶ θὰ δῆτε, ὅτι ὁ Θεὸς μεριμνᾷ, ἐνδιαφέρεται γιὰ κάθε πλάσμα του. Ὑπάρχει πατέρας, ἐρωτᾷ ἡ ἁγία Γραφή, ποὺ ὅταν τὸ παιδί του ζητήσῃ ψωμί, θὰ τοῦ δώσῃ πέτρα; ἢ ὅταν τοῦ ζητήσῃ ψάρι, θὰ τοῦ δώσῃ φίδι; Ἂν οἱ σαρκικοὶ πατέρες δὲν τὸ κάνουν αὐτό, πόσο μᾶλλον ὁ οὐράνιος Πατέρας (βλ. Ματθ. 7,9-11· Λουκ. 11,11-13).

Ἕνας εἶνε ὁ πατέρας μας. Καὶ ἂν οἱ πάντες μᾶς ἐγκαταλείψουν, κι ἂν σείεται ἡ γῆ καὶ γίνῃ κόλασι ὁ κόσμος, καὶ «ἐν μέσῳ σκιᾶς θανάτου, οὐ φοβηθήσομαι κακά, ὅτι σὺ μετ᾿ ἐμοῦ εἶ» δηλαδή, «εάν βαδίσω και περάσω δια μέσου σκοτεινών και αποκρήμνων περιοχών και εάν αντικρύσω τον θάνατον, δεν θα φοβηθώ μήπως πάθω κάτι κακόν, διότι συ θα είσαι μαζή μου». (Ψαλμ. 22,4). Γιὰ ὅλ᾿ αὐτὰ λοιπὸν νὰ ἔχουμε πίστι στὸ Θεό, καὶ νὰ λέμε μαζὶ μὲ τὸν ποιητή·

«Κι ἂν δὲν μοῦ μείνῃ ἐντὸς τοῦ κόσμου

ποῦ ν᾿ ἀκουμπήσω, νὰ σταθῶ,

ἐκεῖ ψηλὰ εἶν᾿ ὁ Θεός μου·

πῶς ἠμπορῶ ν᾿ ἀπελπισθῶ;».

***

Θεὸς Κύριος, καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου. Ἀμήν!