ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΚΥΡΙΑΚΩΝ

 

Κυριακὴ Δ΄ Νηστειῶν (Μᾶρκ.  9,17-31)

 

ΠΑΙΔΙ, ΤΟ ΣΠΟΥΔΑΙΟΤΕΡΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ

 

«Ὁ δὲ εἶπε· Παιδιόθεν» δηλαδή, «Ἀπάντησε· ἀπὸ παιδί» (Μᾶρκ. 9,21)

 

Ο τόπος μας, ἀγαπητοί, εἶνε φτωχός· οἱ πόροι ἐλάχιστοι. Πῶς νὰ ζήσουμε, πῶς νὰ ἀναπτυχθοῦμε; Σπάζουν τὰ κεφάλια τους οἱ εἰδικοὶ καὶ προτείνουν διάφορα σχέδια· ἕνας τὸ ἕνα, ἄλλος τὸ ἄλλο, καθένας τὸ δικό του. Καὶ μπορεῖ ὅλα ὅσα προτείνουν νὰ γίνουν. Ἀλλὰ καὶ πάλι ἡ πατρίδα μας θὰ γίνῃ εὐτυχής; Διότι εὐτυχία δὲν εἶνε οἱ δρόμοι, οἱ πλατεῖες, τὰ ἐργοστάσια, ἡ βιομηχανία κ.τ.λ.. Ἡ εὐτυχία εἶνε κάπου ἀλλοῦ. Τὸ πρόβλημά μας εἶνε ἄλλο. Τὸ μυστικὸ τῆς εὐτυχίας εἶνε κρυμμένο μέσα στὸ εὐαγγέλιο ποὺ ἀκούσαμε σήμερα. Εἶνε σὲ μία λέξι του, ποὺ ἂν μπορούσαμε νὰ τὴ νιώσουμε ὅλοι καὶ νὰ τὴν κάνουμε ἐθνικὸ σύνθημα, ἡ πατρίδα μας θὰ γινόταν ἡ εὐτυχέστερη χώρα. Ποιά εἶνε λοιπὸν αὐτὴ ἡ λέξι, τὸ «κουμπὶ» ποὺ ἂν τὸ πατήσουμε θὰ δοῦμε ἀληθινὴ ἀλλαγή; Εἶνε τὸ «Παιδιόθεν» (Μᾶρκ. 9,21). Προσέξτε αὐτὴ τὴ λέξι. Διότι καὶ μιὰ λέξι τοῦ Εὐαγγελίου φτάνει γιὰ νὰ μᾶς σώσῃ.

 «Παιδιόθεν», ἀπὸ παιδί, ἀπὸ τὴν κούνια. Αὐτὴ ἡ λέξι, ποὺ ὁ Κύριος ἀνάγκασε τὸν πατέρα τοῦ δυστυχισμένου νέου νὰ πῇ, εἶνε ἔλεγχος ὅλων τῶν μεγάλων. Αὐτὸ τὸ «Παιδιόθεν» σημαίνει, ὅτι ἀπὸ ὅσα προβλήματα ἔχει ἕνας τόπος τὸ σπουδαιότερο εἶνε τὸ παιδί, ἡ ἀνατροφὴ τῆς νέας γενεᾶς.

Τὸ παιδὶ τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου ἀπὸ μικρὰ ἡλικία κατελήφθη ἀπὸ δαιμονικὴ ἐπήρεια. Ἄλλοτε ἔπεφτε στὸ νερό, ἄλλοτε στὴ φωτιά· ἄφριζε, ἔτριζε τὰ δόντια. Τρέχανε, τὸ πιάνανε, ἀλλὰ καὶ πάλι ἡ ἴδια κατάστασι. Βασανιζόταν τὸ παιδί, μὰ περισσότερο βασανιζόταν ὁ πατέρας. Δὲ᾿ μᾶς λέει τὸ εὐαγγέλιο ποιά ἦταν ἡ οἰκονομικὴ κατάστασι τοῦ πατέρα. Μπορεῖ νὰ εἶχε σπίτια καὶ περιουσία, νὰ ἦταν πλούσιος· ἀλλ᾿ ἀσφαλῶς ὅλα αὐτὰ θὰ τὰ ἔδινε, γιὰ νὰ γίνῃ τὸ παιδί του καλά. Ἄρα ἡ εὐτυχία τοῦ σπιτιοῦ του ἦταν ὄχι στὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ ποὺ εἶχε, ἀλλὰ κυρίως στὴν ὑγεία τοῦ σώματος καὶ τῆς ψυχῆς τοῦ παιδιοῦ του.

Αὐτὸ λοιπὸν τὸ «Παιδιόθεν», ποὺ ἀκούσαμε σήμερα, ἔχει μεγάλη σημασία καὶ γιὰ μᾶς. Αὐτὸς ὁ νέος, ποὺ τὸν βασάνιζαν τὰ δαιμόνια, εἶνε ἡ φωτογραφία καὶ τῆς συγχρόνου νεότητος, ὁ ἀντιπροσωπευτικὸς τύπος τῶν παιδιῶν καὶ τῶν νέων καὶ τῆς σημερινῆς γενεᾶς.

Ῥίξτε μιὰ ματιά. Κοιτάξτε τὰ παιδιὰ καὶ τοὺς νέους πῶς ζοῦν, πῶς συμπεριφέρονται, ποιά εἶνε ἡ ἐν γένει διαγωγή τους. Ὁ ἕνας βρίζει, ὁ ἄλλος αἰσχρολογεῖ, ὁ τρίτος ἀναιδέστερος βλαστημάει τὰ θεῖα, ὁ τέταρτος βγαίνει τὴ νύχτα καὶ δὲν τολμάει νὰ περάσῃ κορίτσι, ὁ πέμπτος σηκώνει χέρι καὶ χτυπᾷ τὴ μάνα καὶ τὸν πατέρα του, ὁ ἄλλος… Γενικὰ οἱ νέοι μας ζοῦνε σήμερα ἕνα βίο ποὺ προκαλεῖ μεγάλη ἀνησυχία. Δὲ᾿ ντρέπονται νὰ κάνουν ἀσχημίες μέσ᾿ στὸ δρόμο, σὰν σκυλιὰ λυσσασμένα καὶ σὰν ἄλογα ἀχαλίνωτα. Ἐγκλήματα πάνω στὰ ἐγκλήματα, ποὺ τὰ διαπράττουν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον νέοι ἡλικίας 12 ἕως 30 ἐτῶν.

Πολλοὶ ἀποροῦν, πῶς κατήντησε ἡ Ἑλληνικὴ νεότης ἔτσι, πῶς ἔγινε δαιμονισμένη, χειρότερη ἀπὸ τὸ νέο ποὺ ἀκούσαμε σήμερα. Ἀποροῦν; Ἐμεῖς δὲν ἀποροῦμε. Ἐμεῖς ἀποροῦμε γιὰ κάτι ἄλλο. Ἀποροῦμε καὶ θαυμάζουμε, πῶς κατορθώνουν ἀκόμα μερικὰ παιδιὰ καὶ πιστεύουν στὸ Θεὸ καὶ ἐκκλησιάζονται καὶ ἀγαποῦν τοὺς γονεῖς των. Ἐμεῖς αὐτό ἀποροῦμε. Διότι ―ἂς τὸ ὁμολογήσουμε― ὅλοι μας εἴμεθα ὑπαίτιοι γι᾿ αὐτὸ τὸν κατήφορο, ὅλοι διεφθείραμε τὴ νεολαία. Ἄλλοι ἀμέσως καὶ ἄλλοι ἐμμέσως.

Τὸ παιδί, ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ θὰ βγῇ ἀπὸ τὸ σπίτι μέχρι τὴν ὥρα ποὺ θὰ γυρίσῃ, εἶνε μέσ᾿ στοὺς πειρασμούς. Τί εἴπαμε; Λάθος κάναμε. Εἴπαμε «ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ θὰ βγῇ ἀπὸ τὸ σπίτι». Ὄχι· καὶ μέσα στὸ σπίτι ἀκόμα κινδυνεύει! Κινδυνεύει ἀπὸ τὰ κακὰ πρότυπα ποὺ βλέπει. Ἄλλωστε, ἕνα κουμπὶ νὰ πατήσῃ, ὅλοι οἱ διάβολοι τῆς ὑφηλίου ἦρθαν μέσα στὸ σπίτι.

Κινδυνεύει μέσα στὸ σπίτι. Ἀλλὰ μόλις βγῇ κινδυνεύει ἀκόμη περισσότερο. Γιατὶ ἔξω τὸ περιμένουν τὰ μεγάλα δαιμόνια· μέσα τὰ μικρά, ἔξω τὰ μεγάλα δαιμόνια. Ἀπ᾿ ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι τὸν περιμένει πρῶτα – πρῶτα – ποιός;

Ὁ κακὸς φίλος. Αὐτὸς θὰ πῇ τὸν πρῶτο λόγο. Καὶ ὁ πρῶτος λόγος εἶνε, νὰ μὴν ἀκούῃ τὴ μάνα καὶ τὸν πατέρα, νὰ μὴ δίνῃ σημασία στὰ λόγια τῶν γονέων. Ἔτσι ἀρχίζει ὁ κατήφορος. Μετὰ τὸν κακὸ φίλο τὸ περιμένουν τὰ διεφθαρμένα γύναια, οἱ τραβεστί, οἱ Σοδομῖτες. Ἔγραψαν στὸ ἐξωτερικό, ὅτι ἔχουμε τὰ πιὸ διεφθαρμένα κέντρα. Πήχτωσε ὁ τόπος. Ἂς τ᾿ ἀκούσουν οἱ γονεῖς. Ἄλλο δαιμόνιο ποὺ περιμένει ἔξω τὸ νέο εἶνε τὸ αἰσχρὸ ἔντυπο, τὸ αἰσχρὸ περιοδικό, τὸ πορνὸ στὸ μεγαλεῖο του. Ἀλλὰ τὰ μεγάλα «σχολεῖα» τῆς διαφθορᾶς, σχολεῖα μὲ …διπλώματα, εἶνε τὰ θεάματα· ὁ κινηματογράφος, τὸ θέατρο, ἡ τηλεόρασι, τὸ διαδίκτυο, ἡ καφετέρια, τὸ καμπαρέ... Τὸ κακὸ συμπληρώνουν τὰ γήπεδα μὲ τὰ μάτς, οἱ ἐκδρομές, τὰ διάφορα τυχερὰ παιχνίδια, τὰ χαρτιά, τὰ λαχεῖα, ἡ ὅλη διαφθορά. Χίλιοι διαβόλοι σπρώχνουν τὸ νέο νὰ πέσῃ. Ὄχι αὐτὰ τὰ παιδιά, ἀλλὰ καὶ Μέγας Ἀντώνιος ἀκόμη νὰ ζοῦσε σήμερα, μέσα σ᾿ αὐτὴ τὴν κοινωνία θὰ ἐπειράζετο.

Ἐνῷ λοιπὸν ὅλοι σπρώχνουν τὸ παιδὶ στὸ κακό, κατόπιν ἀποροῦν πῶς κατήντησε ἔτσι ἡ νεότης. Γι᾿ αὐτὸ σᾶς λέω, ὅτι ἐμεῖς ἀποροῦμε πῶς ὑπάρχουν ἀκόμη νέοι ποὺ κρατᾶνε ψηλὰ τὴν πίστι καὶ τὴν τιμή τους. Εἶνε θαῦμα Θεοῦ. Μόνο χέρι Θεοῦ τοὺς κρατάει. Θὰ πῆτε· ―Μὰ τὸ κράτος δὲν κάνει τίποτε; Δὲ᾿ βλέπει ποῦ πάει ἡ νεολαία;…

Τὸ κράτος; Ἄσ᾿ το τὸ κράτος. Τὸ κράτος εἴμεθα ὅλοι. Καὶ ὅπως εἴπαμε προηγουμένως ὅλοι φταῖμε. Φταίει κι ὁ παπᾶς, κι ὁ δάσκαλος, κι ὁ δεσπότης· ἀλλὰ τὴ μεγαλυτέρα εὐθύνη τὴν ἔχουν οἱ γονεῖς. Γιατί; Γιατὶ οἱ γονεῖς εἶνε κοντὰ στὸ παιδί. Γιατὶ πατέρας καὶ μάνα δὲν εἶνε κάποιος ἁπλῶς γιατὶ γέννησε. Τὸ νὰ γεννήσῃς, λέει ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, εἶνε εὔκολο. Γεννοῦν καὶ τὰ ζῷα· εἶνε νόμος βιολογικὸς μέσα στὴν πλάσι. Τὸ νὰ γεννήσῃς λοιπὸν εἶνε τὸ εὔκολο. Ποιό εἶνε τὸ δύσκολο; Νὰ πάρῃς ―ὦ Θεέ!― αὐτὸ τὸ κομμάτι τὸ «κρέας», ποὺ θὰ πέσῃ ἀπὸ τὴν κοιλιὰ τῆς μάνας, νὰ τὸ μεγαλώσῃς, νὰ τὸ μορφώσῃς, νὰ τὸ κάνῃς ἄνθρωπο μὲ ὑψηλὰ ἰδανικά. Ὄχι δηλαδὴ ἁπλῶς τὸ νὰ γεννήσῃς, ἀλλὰ τὸ νὰ ἀναθρέψῃς σωστά, αὐτὸ σὲ κάνει πατέρα καὶ μάνα. Τί μεγάλη εὐθύνη ἔχουν οἱ γονεῖς!

Μὰ τί νὰ κάνουν οἱ γονεῖς οἱ δυστυχισμένοι; Τὸ παιδί τους τὸ πᾶνε κατηχητικό, τὸ πᾶνε στὴν ἐξομολόγησι… Τί νὰ σοῦ κάνῃ ὅμως καὶ τὸ κατηχητικό, τί νὰ σοῦ κάνῃ καὶ τὸ κήρυγμα; Δὲ᾿ μοῦ λέτε, ὅταν κάποιος χτίζω κι ὁ ἄλλος γκρεμίζῃ, μπορεῖ νὰ χτιστῇ σπίτι; Ἔ αὐτό γίνεται ἐδῶ. Ἄλλοι χτίζουν κι ἄλλοι γκρεμίζουν. Χτίζει ἡ Ἐκκλησία μὲ τὰ κατηχητικά, χτίζει ἡ μάνα κι ὁ πατέρας, χτίζει ὁ δάσκαλος· ἔρχεται ὁ διάβολος, δίνει μιὰ κλωτσιὰ καὶ τὰ κάνει ἄνω – κάτω. Πῶς φταῖνε τότε οἱ γονεῖς; ―Μὰ ὑπάρχουν, σοῦ λένε, σύλλογοι γονέων. Πῶς ἀνέχονται νὰ βλέπουν αὐτὸ τὸ χάλι;

Γιὰ νὰ λύσουμε τὶς ἀπορίες σας, ἀγαπητοί, παραθέτουμε ἕνα σχόλιο ἀπὸ ἕναν σύγχρονο ἕλληνα φιλόσοφο καὶ συγγραφέα, τὸν Δημήτρη Δημητριάδη ποὺ δὲν μασάει τὰ λόγια του, γιὰ τὴν κατάστασι ποὺ ἐπικρατεῖ σήμερα σ’ ὁλόκληρη τὴν χώρα·

«… Ο ελληνικός λαός είναι ένας λαός εσωτερικώς κατεστραμμένος, που όλη του η άλλοτε, χαμένη σ’ ένα χαμένο παρελθόν δημιουργικότητα επιδίδεται πλέον αποκλειστικά και μόνο σε καταστροφές. Είναι ένας λαός καταστροφικός, ένας λαός καταστροφέας που, ως τέτοιος, αντιστρέφει διαστροφικά τον λόγο υπάρξεως κάθε λαού: την κατοχύρωση τής συνέχειάς του. Αυτός ο λαός όχι μόνο δεν κατοχυρώνει τη συνέχειά του αλλά προκαλεί ο ίδιος, με την αδίστακτη βαρβαρότητά του και την αυτάρεσκη ανεπάρκειά του, τη μη συνέχειά του, την οριστική διακοπή της συνέχειάς του, την ιστορική παύση του, τον ολοκληρωτικό τερματισμό του μέσα σε ένα τοπίο από ανθρώπινα ερείπια. Έχει βγάλει ο ίδιος με τα ίδια του τα χέρια τα μάτια του. Ένας λαός αόμματος που αναπαράγει αόμματους. Λαός τυφλών όπου η τύφλωση δεν έχει αφήσει απρόσβλητη καμία γενιά, κανένα φύλο, καμία τάξη, καμιά ηλικία – διεφθαρμένη ελληνική νεολαία, απερίσκεπτη, κούφια, επιπόλαιη, το χείριστο του χείριστου, ανακυκλώνει μόνο τα ζοφερά κουσούρια των σπορέων του, αναδεικνύει μόνο την εφιαλτική ψυχική στενότητα εκείνων, ανανεώνει με τον πιο πρωτόγονο, τον πιο κτηνώδη τρόπο –τον τρόπο μη-ανθρώπων των σπηλαίων– τα ενδημικά τους χάλια, την επιδεικτική χυδαιότητα και την πρώιμη διαφθορά τους: με το ένα χέρι κάνουν τον σταυρό τους και με το άλλο, την ίδια στιγμή, σε κλέβουν ή σε δέρνουν. Είναι καιρός, προ πολλού είναι καιρός, να εξοβελιστούν όλες οι εύφημες διακρίσεις που ανέκαθεν του αποδίδονται: αυτός ο λαός –μόνον λαϊκιστές, λαοπλάνοι, δημαγωγοί, κολπαδόροι και πολιτικά ψώνια – τον εκτιμούν γλείφοντάς τον στα δημόσια ουρητήρια– είναι ένας λαός αγενής –απρεπής και από κακό σόι–, επιδεκτικός μόνο για την ανάδειξη και την επιβράβευση του κάκιστου, του αίσχιστου, του αποκρουστικού: πώς τα καταφέρνει και καταθέτει ο ίδιος τα αδιάψευστα πειστήρια της αγένειάς του αναδεικνύοντας και επιβραβεύοντας το αποδεδειγμένα, εξόφθαλμα, κραυγαλέα κάκιστο, το ευτελέστερο δείγμα του ανθρώπινου είδους, όταν καλείται να εκλέξει τους ηγέτες του; Πρόκειται για πρωτοφανές επίτευγμα: να επικροτεί, να υποστηρίζει, ένας λαός το τερατώδες, να χαρίζει τον στέφανο της νίκης με τα λάφυρα τής εξουσίας σ’ εκείνους που, με τον δικό τους φενακιστικό αγοραίο τρόπο, του απέδειξαν ότι, εκλέγοντάς τους, είναι όντως αγενής, όντως χυδαίος, «ένα ντουβάρι». Εδώ, επιβεβαιώνεται η τερατογένεση: οι αναδεικνυόμενοι και επιβραβευμένοι είναι τέρατα εκ τεράτων, βδελυροί ηγέτες βγαλμένοι μέσα από τα βδελυρά έγκατα των βδελυρών οπαδών τους. Η απόλυτη σύμπνοια των βδελυγμάτων, τα αλληλοκαθρεφτιζόμενα εμέσματα.»

Γονεῖς, μανάδες, πατεράδες! Θὰ σᾶς ποῦμε τώρα, ποιό εἶνε τὸ κλειδὶ τῆς ὑποθέσεως. Πόσα συλλαλητήρια ἔχει δεῖ ὁ τόπος μας; Στὰ χρόνια μας εἶδε πολλά· συλλαλητήρια γιὰ σοβαρὰ ζητήματα, ἀλλὰ καὶ γιὰ ἄλλα, μικρὰ καὶ ἀσήμαντα πράγματα. Ἕνα δὲν εἶδε. Ἂν θέλουμε λοιπὸν ὁ τόπος αὐτὸς νὰ ζήσῃ, πρέπει νὰ γίνῃ τὸ μεγαλύτερο συλλαλητήριο. Ν᾿ ἀφήσουν οἱ γυναῖκες τὴν κουζίνα καὶ οἱ ἄντρες τὰ ἐργοστάσια καὶ τὰ γραφεῖα τους, νὰ μαζευτοῦνε ὅλοι, καὶ νὰ φωνάξουν – γιὰ τί; Οὔτε γιὰ ἐνοίκια, οὔτε γιὰ γεφύρια, οὔτε γιὰ πλατεῖες, οὔτε γιὰ τίποτε ἀπ᾿ αὐτά. Νὰ πᾶνε στὸ ὑπουργεῖο παιδείας, στὴν ἀρχιεπισκοπή, νὰ πᾶνε καὶ στὸν πρωθυπουργὸ τῆς χώρας, νὰ κρατᾶνε μιὰ ταμπέλλα μεγάλη καὶ πάνω νὰ γράφουν τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ, τὰ λόγια τοῦ Εὐαγγελίου· «Παιδιόθεν». Κι ἂν βγῇ ἀπ᾿ τὸ παράθυρο κανένας μεγάλος ἀπ᾿ αὐτοὺς ποὺ μᾶς διοικοῦνε καὶ μᾶς ποῦνε, ―Τί πάθανε, τί ζητᾶνε αὐτοί; νὰ τοὺς ποῦμε· ―«Παιδιόθεν»! Κι ἂν ρωτήσουν, ―Τί σημαίνει «Παιδιόθεν»; νὰ τοὺς ἀναλύσουμε· ―«Παιδιόθεν» θὰ πῇ προστασία τῆς νέας γενεᾶς. Ζητοῦμε πρῶτον νὰ γίνεται ἔλεγχος καὶ ν᾿ ἀπαγορεύωνται ὅλα τὰ ἄθλια θεάματα· εἶνε ντροπή μας νὰ παρουσιάζωνται ἐδῶ τέτοια «σκουπίδια». Δεύτερον, μιὰ νύχτα ἡ ἀστυνομία νὰ μαζέψῃ καὶ νὰ περιορίσῃ ὅλα τὰ διεφθαρμένα γύναια, τοὺς τραβεστὶ ποὺ μὲ τὴ δρᾶσι τους ἐκμαυλίζουν κάθε ἄνθρωπο. Τρίτον…, τέταρτον…, πέμπτον…, ἕκτον…

Γονεῖς, τὸ κάνετε αὐτό; ὤ χαρά! τότε θὰ κοιμᾶστε ἥσυχοι. Ἐὰν ληφθοῦν ῥιζικὰ μέτρα, τότε μέσα σὲ λίγα χρόνια ―ἐλᾶτε νὰ σᾶς ὑπογράψουμε συμβόλαιο― ἡ πατρίδα μας θὰ γίνῃ ἡ πιὸ εὐτυχισμένη χώρα. Διαφορετικά, τὸ «Παιδιόθεν» θά ᾿νε ἔλεγχος καὶ κατάρα γιὰ μᾶς.