Κυριακὴ τῶν Μυροφόρων (Πράξ. 6,1-7)

 

H AMAΡΤΙΑ ΤΟΥ ΓΟΓΓΥΣΜΟΥ

«Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις ἐγένετο γογγυσμὸς τῶν Ἑλληνιστῶν πρὸς τοὺς Ἑβραίους» δηλαδή, «Και κατά τις ημέρες αυτές, ενώ πλήθαιναν οι μαθητές, έγινε γογγυσμός των Ελληνιστών κατά των Εβραίων»

(Πράξ. 6,1)

 

Ὁ ἀπόστολος τῆς Κυριακῆς τῶν Μυροφόρων εἶνε μιὰ περικοπὴ ἀπὸ τὸ βιβλίο τῶν Πράξεων τῶν ἀποστόλων. Μέσα στὸ βιβλίο αὐτὸ θὰ δῆτε τὴν ἱστορία τῶν πρώτων Χριστιανῶν. Ἀλλ᾿ ὅπως στὸν ἥλιο ὑπάρχουν σκοτεινὲς κηλῖδες, ἔτσι καὶ οἱ πρῶτοι Χριστιανοί, ποὺ εἶνε πρότυπα ἀρετῆς, εἶχαν καὶ τὶς κηλῖδες τους, τὰ ἐλαττώματά τους. Ἕνα τέτοιο ἐλάττωμα μᾶς φανερώνει σήμερα ὁ ἀπόστολος. Τί μᾶς λέει;

Ἐνῷ οἱ πρῶτοι Χριστιανοὶ ἦταν ὅλοι ἀγαπημένοι, ξαφνικὰ μεταξύ τους ἀκούστηκε παράπονο, «γογγυσμός» (Πράξ. 6,1). Γιατί; Παραπονέθηκαν οἱ Χριστιανοὶ ἀπὸ ἄλλα μέρη (οἱ «Ἑλληνισταί») πρὸς τοὺς ντόπιους, ὅτι οἱ ντόπιοι δὲν προσέχουν τοὺς ξένους. Κάτι παρόμοιο, δηλαδή, μ᾿ αὐτὸ ποὺ παρουσιάστηκε καὶ στὴν πατρίδα μας ὅταν ἦρθαν οἱ ἀληθινοὶ Ἕλληνες πρόσφυγες ἀπὸ τὴν Μικρὰ Ἀσία καὶ τὸν Πόντο (καὶ ὄχι λαθρομετανάστες ποὺ εἰσέρχονται καθημερινῶς κατὰ χιλιάδες παράνομα στὴ χῶρα μας!!!), οἱ ντόπιοι νὰ μὴν τοὺς κοιτάζουν ὅπως κοιτάζουν τὸν ἑαυτό τους. Κάτι τέτοιο συνέβη καὶ τότε. Καὶ ξεσηκώθηκαν οἱ ξένοι ἐναντίον τῶν ντόπιων. «Ἐγένετο γογγυσμὸς τῶν Ἑλληνιστῶν πρὸς τοὺς Ἑβραίους» (ἔ.ἀ.).

Ἄκουσαν τὸ γογγυσμὸ αὐτὸ οἱ ἀπόστολοι καὶ δὲν ἔκλεισαν τ᾿ αὐτιά τους. Δὲν εἶπαν· «Ἄσ᾿ τους νὰ φωνάζουν· θὰ φωνάξουν, θὰ φωνάξουν, θὰ σταματήσουν». Ἦταν κοντὰ στὴν καρδιὰ τοῦ λαοῦ. Ἔδωσαν προσοχὴ σ᾿ αὐτὸ τὸ παράπονο καὶ ἀμέσως ἔλαβαν μέτρα, γιὰ νὰ σταματήσῃ ὁ γογγυσμός.

Ποιά μέτρα ἔλαβαν; Τοὺς εἶπαν, νὰ ἐκλέξουν ἑπτὰ ἄνδρες. Νὰ ἐκλέξουν μόνοι τους· διότι ὁ χριστιανισμὸς εἶνε ἡ ἀρίστη δημοκρατία. Δὲν διάλεξαν οἱ ἀπόστολοι κατὰ τὴν κρίσι τους, ἀλλὰ εἶπαν· Διαλέξτε σεῖς, ἀδέλφια, ἑπτὰ ἀνθρώπους, ποὺ θὰ τοὺς βάλουμε νὰ ἐπιστατοῦν στὰ συσσίτια, νὰ φροντίζουν νὰ παίρνῃ καθένας τὴν ἀνάλογο μερίδα. Καὶ διάλεξε ἡ πρώτη Ἐκκλησία ἑπτὰ ἄνδρες, τοὺς διακόνους, μεταξὺ τῶν ὁποίων πρῶτος ἦτο ὁ ἅγιος Στέφανος ποὺ ἔγινε καὶ πρωτομάρτυς. Ἔτσι ὁ γογγυσμὸς ἔπαυσε.

Ἀλλ᾿ ἐὰν ὑπῆρχε γογγυσμὸς τότε ποὺ διοικοῦσαν οἱ ἀπόστολοι, τότε ποὺ ὑπῆρχε Πνεῦμα ἅγιο, τότε ποὺ οἱ ἄνθρωποι εἶχαν ἀγάπη, ἔ, τώρα στὸν αἰῶνα μας μπορεῖτε νὰ φανταστῆτε τί γογγυσμὸς ἀκούγεται; Θὰ σᾶς δώσουμε μερικὲς εἰκόνες τοῦ σημερινοῦ γογγυσμοῦ.

Ὑπάρχει γογγυσμὸς δίκαιος καὶ γογγυσμὸς ἄδικος, παράπονα δίκαια καὶ παράπονα ἄδικα. Γογγυσμὸς δίκαιος εἶνε π.χ. νὰ δουλεύῃ ὁ ἐργάτης ὅλη μέρα, νὰ ἱδρώνῃ, καὶ τὸ βράδι νὰ πηγαίνῃ στὸ ταμεῖο τοῦ ἐργοστασίου γιὰ νὰ πληρωθῇ, καὶ νὰ τοῦ δίνουν σχεδὸν τίποτε, ἢ νὰ τοῦ λένε, «- Πέρασε αὔριο καὶ μεθαύριο…», ἢ νὰ μὴν τὸν πληρώνουν, κι αὐτὸς νὰ μὴ μπορῇ νὰ ζήσῃ τὴν οἰκογένειά του. Γογγύζει τότε ὁ ἐργάτης. Καὶ ὁ γογγυσμός του, λέει ἡ ἁγία Γραφή, φθάνει στ᾿ αὐτιὰ τοῦ Θεοῦ, «εἰς τὰ ὦτα Κυρίου Σαβαώθ», καὶ γίνεται φωτιὰ ποὺ θὰ κάψῃ τὸν ἐργοδότη (βλ. Ἰακ. 5,4).

Ὥστε ὑπάρχουν παράπονα δίκαια. Ἀλλ᾿ ὑπάρχουν καὶ παράπονα ἄδικα, γογγυσμοὶ ἄδικοι. Αὐτοὺς τοὺς γογγυσμοὺς ἀπαγορεύει τὸ Εὐαγγέλιο, ὄχι τοὺς δικαίους. Θὰ σᾶς ἀναφέρω μερικοὺς ἄδικους γογγυσμούς.

Τὸν βλέπεις; Φτωχαδάκι εἶνε, πατέρας εἶνε. Δουλεύει ἀπ᾿ τὸ πρωῒ ὣς τὸ βράδι. Τσιγάρο δὲν καπνίζει, δὲν πίνει, ταβέρνα, κέντρο, μπὰρ καὶ κινηματογράφο δὲν πάει. Ἀγαπάει τὰ παιδιά του. Κουβαλητὴς ἄριστος. Καὶ τὸ ροῦχο καὶ τὰ παπούτσια καὶ τὰ φάρμακα καὶ ὅ,τι ἄλλο χρειάζεται τὸ σπίτι, γίνεται θυσία γιὰ ὅλους. Νομίζετε ὅτι τὰ παιδιά του μένουν εὐχαριστημένα; Ὤ χρόνια παλιά, ποὺ τὰ παιδιὰ γυρνοῦσαν ξυπόλητα καὶ τρώγανε μιὰ ἐλιὰ καὶ λίγη μπομπότα, καὶ φιλοῦσαν κάθε βράδι τὸ χέρι ποὺ τοὺς τὰ ἔδινε καὶ λέγανε· «- Πατέρα σ᾿ εὐχαριστοῦμε, μάνα σ᾿ εὐχαριστοῦμε …»! Τώρα τὰ τρέφεις μὲ μπισκότα, σοκολάτες, πατατάκια, χάμπουργκερ  κ᾿ ἕνα σωρὸ ἄλλα ἀγαθά, καὶ γογγύζουν· καὶ δὲν ἔχουν τίποτα καλὸ νὰ ποῦνε παρὰ μόνο σὲ φαρμακώνουν μὲ λόγια πικρά, ἂν δὲν τοὺς ἔχῃς τὸ φαγητὸ τῆς ἀρεσκείας τους, τὸ φόρεμα τῆς ἀρεσκείας τους, τὰ παπούτσια τῆς ἀρεσκείας τους ἢ ἀκόμα μπορεῖ νὰ σοῦ ποῦν οἱ ἀχάριστοι καὶ «- Γιατί μᾶς γέννησες;…»! Γογγύζουν τὰ κακομαθημένα παιδιά, ὅλα τὰ σημερινὰ κακομαθημένα Ἑλληνόπουλα τῶν καθημερινῶν σήριαλ καὶ τῶν ξεφτιλισμένων σόου τῶν πορνοκαναλῶν.

Γογγύζουν ἀκόμη οἱ ἄμυαλες γυναῖκες. Γογγύζουν κατὰ τῶν τιμίων ἀντρῶν τους. Ὁ ἄντρας τους δὲν εἶνε κανένας ἀδιάφορος. Εἶνε στοργικός, ἔχει τὴ γυναῖκα του ψηλά, τὴν ἀγαπάει. Τὴν κοιτάει στὰ μάτια, ἕτοιμος νὰ ἱκανοποιήσῃ τὴν ἐπιθυμία της. Καὶ ὅμως, ἂν κάποτε δὲν τῆς κάνῃ ἕνα μικρὸ θέλημα, τότε αὐτὴ λησμονεῖ τὰ 999, ποὺ ἔκανε γι᾿ αὐτήν, καὶ θυμᾶται τὸ 1, καὶ τοῦ κάνει τὴ ζωὴ μαρτύριο. Μὲ τὴ μουρμούρα της, τὸ στόμα της δὲν τὸν ἀφήνει νὰ ἡσυχάσῃ, καὶ τὸ σπίτι γίνεται κόλασι, καὶ στὸ τέλος χωρίζουν.

Γογγύζουν ἀκόμη οἱ ἄμυαλοι ἄντρες. Ὅπως πάλι ὑπάρχει καὶ τυραννικὸς ἄντρας, ποὺ γογγύζει ἐναντίον τῆς τιμίας γυναικός του. Ἡ γυναίκα του δὲν εἶνε ἀπ᾿ αὐτὲς τὶς σουσουράδες, τὰ τσόκαρα ποὺ τρέχουν δεξιὰ κι ἀριστερά, ποὺ εὔκολα πιάνουν φίλο καὶ σήμερα ἔχουν γεμίσει τὴν κοινωνία. Ἔχει μέσα της Χριστό. Αὐτὸς κοιμᾶται, κι αὐτὴ ξυπνάει τὴ νύχτα καὶ σὰν ἄγγελος προσεύχεται γι᾿ αὐτὸν στὰ γόνατα. Καὶ ὅμως αὐτὸς γογγύζει γιὰ μιὰ ἐλαχίστη λεπτομέρεια. Δὲν τό ᾿χει τίποτε νὰ τῆς πῇ σκληρὰ λόγια καὶ νὰ τὴ φαρμακώσῃ. Πρέπει νὰ πεθάνῃ ἡ καλὴ αὐτὴ γυναίκα, γιὰ νὰ μάθῃ ὁ ἄντρας αὐτὸς τί θησαυρὸ ἔχασε· καὶ πρέπει νὰ πεθάνῃ ὁ καλὸς ὁ ἄντρας, γιὰ νὰ καταλάβῃ ἡ διεστραμμένη γυναίκα ποιό θησαυρὸ ἔχασε.

Μὴ γογγύζετε λοιπόν, παιδιά, ἐναντίον τῶν φιλοστόργων γονέων σας. Μὴ γογγύζετε, γυναῖκες, κατὰ τῶν φιλοστόργων ἀντρῶν σας. Καὶ μὴ γογγύζετε, ἄντρες, κατὰ τῶν ἁγίων γυναικῶν σας.

Ἀλλὰ ὁ γογγυσμὸς ἀρχίζει ἀπὸ μικρὸ ποταμάκι καὶ αὐξάνεται καὶ γίνεται ποταμὸς τεράστιος. Γογγύζουμε πιὰ ὄχι κατὰ τοῦ πατέρα καὶ τῆς μάνας ποὺ μᾶς γέννησε, ὄχι κατὰ τῶν δασκάλων μας ποὺ μᾶς ἐμόρφωσαν, ὄχι κατὰ τῶν ἱερέων καὶ τῶν ἀρχιερέων μας, ἀλλὰ γογγύζουμε – ἐναντίον τίνος; Ἐναντίον τοῦ Θεοῦ! Ὦ γενεὰ ἀχάριστος… Νὰ γογγύζω κατὰ τοῦ πατέρα μου, κάπως ὑποφέρεται· γιατὶ δὲν εἶνε ἅγιος. Νὰ γογγύζω κατὰ τοῦ παπποῦ μου, κατὰ τοῦ δασκάλου μου, κατὰ τοῦ ἀξιωματικοῦ μου, κατὰ τοῦ παπᾶ…· ἄνθρωποι εἶνε. Ἀλλὰ νὰ γογγύζω ἐναντίον τοῦ Θεοῦ; Ὤ πλέον! Θέλουν οἱ ἄνθρωποι νὰ τὰ ἔχουν ὅλα εὔκολα στὸν κόσμο αὐτόν. Ἅμα στὸ σπίτι παρουσιαστῇ ἀρρώστια, δὲν ἀκοῦς ἕνα «Δόξα σοι, ὁ Θεός», «Μέγας εἶσαι Κύριε!». Ἅμα ἀρρωστήσῃ τὸ παιδί, ἅμα συμβῇ κάποιο δυστύχημα, τότε γογγυσμὸς μεγάλος ἀκούγεται. Γογγύζουν μέσα στὴν καρδιά τους, γογγύζουν κι ἀπ᾿ ἔξω. Καὶ φθάνουν μέχρι τὸ σημεῖο καὶ τὸ Θεὸ ἀκόμα νὰ βλαστημήσουν ἢ νὰ καταραστοῦνε τὴ μέρα καὶ τὴν ὥρα ποὺ γεννήθηκαν.

Ὅπως «ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις …ἐγένετο γογγυσμός», ἔτσι καὶ στὶς ἡμέρες μας γίνεται μεγάλος γογγυσμός γιὰ τὴ κρίσι, τὴν κυβέρνησι, τὰ κόμματα, τοὺς πολιτικούς, τὴν κοινωνία... Κανένας δὲ᾿ μένει εὐχαριστημένος. Τώρα γιατί δὲ᾿ μένουμε εὐχαριστημένοι, δὲν ἔχουμε καιρὸ νὰ σᾶς τὸ ποῦμε. Ἀλλὰ εἶστε ἀρκετὰ ἔξυπνοι καὶ τὸ καταλαβαίνετε. Μόνο θὰ συμφωνήσουμε μὲ τὰ σοφὰ λόγια τοῦ νῦν Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καὶ πᾶσης Ἑλλάδος κ. Ἱερωνύμου σὲ μιὰ συνέντευξη στὸ κανάλι τοῦ Μέγκα πρὶν λίγα χρόνια, ἀπευθυνόμενος στοὺς Ἕλληνες πολῖτες· «Δὲν μπορεῖς νὰ ψηφίζεις τὴ μία ἡμέρα καὶ τὴν ἄλλη ἡμέρα νὰ λὲς ὅτι ἐπαναστατῶ...», δηλαδὴ δὲν γίνεται νὰ εἶσαι ἠλίθιος τὴν προηγουμένη τῶν ἐκλογῶν καὶ μετὰ νὰ βγαίνῃς παραπονούμενος!

Ἕνα θέλουμε νὰ τονίσουμε καὶ τελειώνουμε. Δὲν εἶνε μικρὰ ἁμαρτία ὁ γογγυσμός. Πολλοὶ καὶ σωστοὶ γέροντες δὲν ἐξομολογοῦν (ὄχι σὰν πολλοὺς σημερινοὺς θεομπαίχτες κληρικοὺς ποὺ τὸ παίζουν πνευματικοί γιὰ νὰ αὐξήσουν τὴν πελατεία τους καὶ νὰ κονομᾶνε), γιατὶ δὲν ὑπάρχει μετάνοια. «Δὲν ἔχω τίποτε, παππούλη», σοῦ λένε καὶ γελάνε· «δὲ᾿ σκότωσα, δὲν ἔκλεψα· εἶμαι καλὸς ἄνθρωπος». Ἀλλὰ ὁ γογγυσμός, ἡ μεμψιμοιρία, ἡ γκρίνια σου δὲν εἶνε ἁμαρτία; Καὶ εἶνε μικρὰ ἁμαρτία; Ἀνοῖξτε τὴν Παλαιὰ Διαθήκη, γιὰ νὰ δῆτε τί ἔπαθαν οἱ γογγυσταὶ Ἰουδαῖοι.

Ὁ Θεὸς τοὺς ἔρριχνε στὴν ἔρημο μάννα ἐξ’ οὐρανοῦ, ἄνοιγε τὰ βράχια καὶ τοὺς ἐπότιζε μὲ νεράκι, καὶ μὲ νεφέλη τοὺς σκέπαζε. Κι αὐτοὶ ἐγόγγυζαν μέρα – νύχτα. Ἐγόγγυζαν κατὰ τοῦ Μωϋσέως, ἐγόγγυζαν κατὰ τοῦ Ἀαρών, ἐγόγγυζαν κατὰ τῶν ἀρχηγῶν τους (βλ. Ἔξ. 16,6-7· 17,3· Ἀριθμ. 14,27· 16,11). Ἀλλὰ διαβάστε νὰ δῆτε τί ἔγινε. Ἐκείνη τὴν ὥρα ποὺ ἐγόγγυζαν ἄνοιξε ἡ γῆ καὶ τοὺς ῥούφηξε· τοὺς ἔθαψε μέσα στὰ σπλάχνα της (βλ. Ἀριθμ. 16,32). Αὐτὰ λέει ἡ Παλαιὰ Διαθήκη.

Λοιπόν, ποιό εἶνε τὸ συμπέρασμα; Δὲ᾿ σᾶς τὸ λέμε. Ἅμα ψάξετε τὴν Καινὴ Διαθήκη, θὰ τὸ βρῆτε. Τὰ σημεῖα τῶν καιρῶν εἶνε ἐγγύς. Καὶ οἱ ἄνθρωποι ―διαβάστε τὴ Γραφὴ νὰ δῆτε―, ἀντὶ νὰ μετανοοῦν γιὰ τὰ κακὰ ποὺ θὰ τοὺς βρίσκουν, θὰ γογγύζουν κατὰ τοῦ Θεοῦ.

Ἀδελφοί, ἂς φοβηθοῦμε τὸ γογγυσμό, τὸ φοβερὸ αὐτὸ ἁμάρτημα. Ἀντὶ νὰ γογγύζουμε, ἂς δοξάζουμε τὸ Θεὸ γιὰ τὸ ἄπειρο ἔλεός του, γιὰ νὰ γίνῃ ἵλεως τὴν ἡμέρα ἐκείνη. Χριστὸς Ἀνέστη!