Κυριακὴ ΣΤ΄ Λουκᾶ, Κήρυγμα

(Λουκ. 8,26-39)

Η ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΓΑΔΑΡΗΝΩΝ

«Κατέπλευσεν (ὁ Ἰησοῦς) εἰς τὴν χώραν τῶν Γαδαρηνῶν» δηλαδή, «Έπλευσαν και αγκυροβόλησαν στη χώρα των Γαδαρηνών, η οποία είναι αντίπερα από την Γαλιλαία.» (Λουκ. 8,26)

 

ΠΗΓΕ, λέει τὸ Εὐαγγέλιο, πῆγε ὁ Χριστὸς στὴ χώρα τῶν Γαδαρηνῶν.

Ποιά ἦταν αὐτὴ ἡ χώρα; Βρισκόταν στὰ σύνορα τοῦ Ἰσραήλ, κοντὰ στοὺς εἰδωλολάτρες, στὴν ἀνατολικὴ ὄχθη τῆς Γεννησαρέτ.

Τί ἦταν οἱ Γαδαρηνοί; Ἰουδαῖοι ἦταν. Ἀλλ᾿ ἐνῷ πίστευαν στὸ Θεό, δὲν προσπαθοῦσαν νὰ ἐκτελέσουν τὶς ἐντολές του. Εἶχαν μὲν θρησκεία, ἀλλὰ τυπικὴ θρησκεία.

Ἡ θρησκεία ἔλεγε, ὅτι ὁ Ἑβραῖος δὲν πρέπει νὰ τρώῃ χοιρινὸ κρέας. Οἱ Γαδαρηνοὶ ὅμως εἶχαν κοπάδια ἀπὸ χοίρους. Ἔκαναν ἐμπόριο, ἐμπόριο παράνομο, ἀπηγορευμένο ἀπὸ τὸ Μωσαϊκὸ νόμο. Κοίταζαν μόνο τὰ ἐλεεινά τους συμφέροντα καὶ τίποτε παραπάνω.

Στὴ χώρα τῶν Γαδαρηνῶν δὲν βασίλευε ὁ Θεός· βασίλευε ὁ σατανᾶς. Καὶ ἀπόδειξις ἦταν οἱ δαιμονιζόμενοι. Ἡ χώρα τους εἶχε πολλοὺς δαιμονιζομένους.

Ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς ἦταν θηρίο ἀνήμερο. Ἔσκιζε τὰ ῥοῦχα του, ἔσπαζε τὰ δεσμὰ ποὺ τὸν ἔδεναν, ἔτρεχε στὰ βουνά, ἔμπαινε σὲ σπηλιές, ἔμενε μέσ᾿ στὰ μνήματα συντροφιὰ μὲ τὰ κόκκαλα τῶν πεθαμένων, πετοῦσε πέτρες. Δὲν τολμοῦσε κανείς νὰ περάσῃ ἀπὸ ᾿κεῖ. Ἦταν ὁ φόβος καὶ ὁ τρόμος τῆς περιοχῆς.

Κι ὅμως ὁ ἄγριος αὐτὸς ἄνθρωπος ξαφνικὰ ἄλλαξε. Ἔτσι μᾶς λέει τὸ Εὐαγγέλιο σήμερα. Πῶς ἔγινε αὐτό; Ἐκεῖνος ποὺ τὸν ἄλλαξε ἦταν ὁ Χριστός. Ὁ Χριστὸς ξερρίζωσε ἀπὸ τὴν καρδιά του τὸ δαιμόνιο, καὶ ἐκεῖνος ὁ ἄγριος ἡμέρεψε κ᾿ ἔγινε ὁ πιὸ ἥσυχος ἄνθρωπος.

Ὁ Χριστὸς ἔτσι εὐεργέτησε αὐτόν, εὐεργέτησε τὴν οἰκογένειά του, εὐεργέτησε καὶ τὸ χωριό του. Μετὰ ἀπ᾿ αὐτὸ τί ἔπρεπε νὰ κάνουν; Ἔπρεπε νὰ βγῇ ὅλο τὸ χωριὸ καὶ νὰ πῇ στὸ Χριστό, Σ᾿ εὐχαριστοῦμε. Ἀλλ᾿ αὐτοὶ ἔκαναν τὸ ἀντίθετο. Βγῆκαν ὅλοι ἔξω καὶ εἶπαν στὸ Χριστό· Φῦγε νὰ μὴ σὲ βλέπουμε.

Καὶ ὁ Χριστὸς ἔφυγε.

Αὐτοὶ ἦταν οἱ Γαδαρηνοί, γιὰ τοὺς ὁποίους μιλᾷ σήμερα τὸ Εὐαγγέλιο. Φιλάργυροι, πλεονέκται, ἀτομισταί, ἀχάριστοι, ἐλεεινοὶ καὶ τρισάθλιοι, δαιμονισμένοι ἄνθρωποι.

* * *

Σήμερα ὑπάρχουν δαιμονιζόμενοι; ὑπάρχουν Γαδαρηνοί; Μακάρι νὰ μὴν ὑπῆρχαν δαιμόνια καὶ δαιμονισμένοι. Καὶ ὅμως ὑπάρχουν. Ἂν κάποιος ἀμφιβάλλῃ, νὰ τὸν στείλουμε στὴν Κεφαλλονιά. Ἐκεῖ μαζεύουν ὅλους τοὺς δαιμονισμένους. Δὲν εἶνε τρελλοί. Ὑπάρχει διαφορά· ἄλλος εἶνε ὁ τρελλός, ἄλλος ὁ δαιμονισμένος, καὶ ἄλλος ὁ νευροπαθής. Αὐτοὺς τοὺς δαιμονισμένους τοὺς δένουν μὲ ἁλυσίδες, καὶ τὶς σπᾶνε σὰν κλωστές. Τὴν ὥρα ποὺ βγαίνουν τὰ ἅγια λείψανα οὐρλιάζουν σὰν τοὺς λύκους. Ὅταν πλησιάζῃ ὁ σιδερένιος σταυρὸς τοῦ ἁγίου Γερασίμου, οἱ δαιμονισμένοι φωνάζουν· Μᾶς ἔκαψες!… Τὸ δαιμόνιο σπαράζει καὶ ἀφρίζει. Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς δαιμονισμένους θεραπεύονται ἐκεῖ.

Ὑπάρχουν λοιπὸν δαιμονισμένοι. Ἀλλ᾿ ἐκτὸς ἀπὸ τὸ δαιμονιζόμενο τοῦ Εὐαγγελίου, ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς δαιμονισμένους τῆς Κεφαλονιᾶς, ὑπάρχουν κι ἄλλοι δαιμονισμένοι, πραγματικῶς δαιμονισμένοι. Κι αὐτοὶ εἶνε οἱ περισσότεροι. Γιὰ νὰ δῇς αὐτοὺς τοὺς δαιμονιζόμενους, διάβασε τὸ βιβλίο ἑνὸς Ῥώσου λογοτέχνου, τοῦ Ντοστογιέφσκυ, ποὺ ἐπιγράφεται «Οἱ δαιμονισμένοι».

Προσέξτε καὶ κρίνετε. Ὁ δαιμονιζόμενος τοῦ Εὐαγγελίου δὲν πήγαινε τὴ νύχτα στὸ σπίτι του. Μὰ μήπως καὶ σήμερα δὲν ὑπάρχουν πολλοὶ ποὺ δὲν πηγαίνουν στὰ σπίτι τους τὴ νύχτα;

Κάποτε ἀναγκαστήκαμε νὰ περάσουμε ἀργὰ τὴ νύχτα μὲ τὸ αὐτοκίνητο ἀπὸ ἕνα χωριό τοῦ νησιοῦ. Καὶ βλέπουμε ξαφνικὰ τέσσερις ἀνθρώπους νὰ μεταφέρουν ἕναν. Νομίσαμε, πὼς εἶνε πεθαμένος. Κατεβαίνουμε, καὶ βλέπουμε μιὰ νεαρὰ γυναῖκα εἰκοσιπέντε ἐτῶν νὰ κλαίῃ.

―Πεθαμένος εἶνε; ρωτήσαμε.

―Ἄχ, μοῦ λέει, δὲν εἶνε πεθαμένος· μεθυσμένος εἶνε. Δὲν ἔρχεται στὸ σπίτι. Πάει στὸ μπὰρ καὶ μετὰ τὰ μεσάνυχτα γυρίζει ἔτσι, σὲ ἐλεεινὴ κατάστασι.

Νά ὁ δαιμονιζόμενος. Ἕνας λοιπὸν ἔχει τὸ δαιμόνιο τῆς μέθης. Θέλετε νὰ δῆτε κι ἄλλον; Τὸν βλέπεις ἐκεῖνον; Κιτρίνισε, γιατὶ εἶδε στὴν ἐφημερίδα, ὅτι τὸ παιδὶ τοῦ ἄλλου ἦρθε πρῶτο στὸ πανεπιστήμιο. Τὴ βλέπεις τὴν ἄλλη; Δὲ μιλάει, πάει νὰ πεθάνῃ, γιατὶ ἡ γειτόνισσα παντρεύτηκε καὶ πῆρε καλὸ γαμπρό. Ἕνα ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα δαιμόνια εἶνε τὸ δαιμόνιο τοῦ φθόνου, τῆς ζήλειας.

Βλέπεις τὸν ἄλλο, ποὺ βρίσκεται συνεχῶς στὰ δικαστήρια καὶ παλαμίζει τὸ Εὐαγγέλιο καὶ παίρνει ψεύτικο ὅρκο; Αὐτὸς ἔχει τὸ δαιμόνιο τῆς ἐκδικήσεως, τὸ δαιμόνιο τοῦ δικαστηρίου.

Βλέπεις τὸν ἄλλο, ποὺ κρατάει τὰ λεφτὰ καὶ τὴ νύχτα σηκώνεται καὶ μετράει τὶς λίρες; Περνᾶνε χῆρες κι ὀρφανά, καὶ δὲ δίνει τίποτε· οὔτε νερὸ στὸν ἄγγελό του. Αὐτὸς ἔχει τὸ δαιμόνιο τῆς φιλαργυρίας καὶ πλεονεξίας.

Βλέπεις τὸν ἄλλο, ποὺ ἀνοίγει τὸ στόμα του καὶ βγάζει φίδια καὶ σκορπιούς; Εἶνε αὐτὸς ποὺ βλαστημάει Παναγιά, Χριστό, καντήλια, πολυέλεους, τὰ πάντα. Αὐτὸς ἔχει τὸ δαιμόνιο τῆς βλασφημίας καὶ τῆς αἰσχρολογίας.

Νά λοιπὸν ὅτι ὑπάρχουν δαιμονιζόμενοι. Αὐτοὶ εἶνε οἱ δαιμονιζόμενοι τῆς ἀνθρωπίνης κοινωνίας.

Πρέπει νὰ τὸ καταλάβουμε, ὅτι ζοῦμε σὲ πολὺ ἄσχημα χρόνια. Δὲ βασιλεύει σήμερα ὁ Χριστὸς καὶ τὸ ἅγιό του Εὐαγγέλιο· σήμερα βασιλεύει ὁ σατανᾶς. Σήμερα ἡ κοινωνία μας σατανοκρατεῖται ἀπ᾿ ἄκρου εἰς ἄκρον. Σατανᾶς μέσ᾿ στὰ σχολειά, σατανᾶς στὴν οἰκογένεια, σατανᾶς στὰ δικαστήρια, σατανᾶς στοὺς δρόμους, σατανᾶς στὰ θέατρα, σατανᾶς παντοῦ, στὴ Βουλή, στὴ Κυβέρνηση, στὰ κόμματα τῆς συμφορᾶς καὶ στοὺς ἐλεεινοὺς καὶ διεφθαρμένους πολιτικάντηδες ἀκόμα καὶ στὶς μητροπόλεις, στὶς ἐκκλησίες, στὰ μοναστήρια. Κυριαρχεῖ στὸν κόσμο ὁ σατανᾶς. Αὐτὸς εἶνε ὁ κοσμοκράτωρ, ποὺ πέφτουν καὶ τὸν προσκυνοῦν ὅλοι. Μέσ᾿ στοὺς χίλιους χριστιανοὺς ζήτημα ἂν ὑπάρχῃ ἕνας ποὺ νὰ ἐκτελῇ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Σήμερα οἱ ἄνθρωποι εἶνε σὰν τοὺς Γαδαρηνοὺς καὶ χειρότεροι. Ὅπως διώξανε ἐκεῖνοι τὸ Χριστό, ἔτσι τὸν διώχνουμε κ᾿ ἐμεῖς, καὶ καλοῦμε τὸ σατανᾶ.

Ὅπου πορνεία καὶ μοιχεία, ἐκεῖ σατανᾶς. Ὅπου πλεονεξία καὶ φιλαργυρία, ἐκεῖ σατανᾶς. Ὅπου φθόνος καὶ ζήλεια, ἐκεῖ σατανᾶς. Ὅπου διαζύγια καὶ ἀποφυγὴ τεκνογονίας, ἐκεῖ σατανᾶς. Ὅπου βλαστήμια, ἐκεῖ σατανᾶς. Ὅπου ψευδορκία, ἐκεῖ σατανᾶς. Ὅπου ἀθεΐα, ἐκεῖ σατανᾶς. Ὅπου ἀχαριστία, ἐκεῖ σατανᾶς. Κι ὅλα αὐτὰ ὑπάρχουν τώρα στὸν κόσμο. Συνεπῶς τὸ βασίλειο τοῦ ᾅδου κυριαρχεῖ.

* * *

―Σατανᾶς παντοῦ! Μὰ ὅπως τὰ λές, θὰ πῇ κάποιος, τὰ πράγματα εἶνε ἀπελπιστικά.

Ὄχι. Δὲν ἀπελπιζόμεθα. Ὁ Χριστὸς ἦρθε νὰ σβήσῃ τὴ λέξι ἀπελπισία καὶ νὰ γράψῃ· ἐλπίς. Διότι ποιός εἶνε δυνατὸς ν᾿ ἀλλάξῃ τὴν ἀνθρωπότητα; Ὅπως τὸ δαιμονιζόμενο δὲν τὸν ἄλλαξε παρὰ μόνο ὁ Χριστός, ἔτσι καὶ τὸν κόσμο μόνο ὁ Χριστὸς μπορεῖ νὰ τὸν ἀλλάξῃ.

Μήπως ἔχετε ἀκούσει γιὰ τὴν ἁγία Θαΐδα; Καταγόταν ἀπὸ πλούσια οἰκογένεια τῆς Αἰγύπτου καὶ στὴ νεότητά της ἐπιδόθηκε σὲ ἀκολασίες. Ὅμως, ὁ Θεὸς τὴν λυπήθηκε καὶ ἔστειλε κάποιος αὐστηρὸς ἀναχωρητὴς ἀπὸ τὴν Θηβαΐδα, τὸν ὅσιο Παφνούτιο, ποὺ ἔκλαψε πικρὰ μαζί της καὶ τὴν ἔπεισε νὰ μεταμεληθῇ. Ἡ Θαΐς πέταξε τοὺς θησαυροὺς της στὴν πυρὰ καὶ ἔζησε σὲ γυναικεῖο μοναστήρι ἐπὶ τρία χρόνια, με ψωμὶ καὶ νερό. Ἡ μνήμη της τιμᾶται στὶς 8 Ὀκτωβρίου.

Σ᾿ ἕνα χωριουδάκι στὴ Κρήτη ἦταν δεκατρεῖς ἀλκοολικοί. Πῆγε ὁ νομίατρος, τοὺς ἔκανε μιὰ θαυμάσια ὁμιλία· δὲν τὸν ἀκούσανε. Πῆγε ἡ ἀστυνομία· δὲν τὴν ἀκούσανε. Πῆγε ὁ νομάρχης· δὲν τὸν ἀκούσανε. Σήμερα ἀπὸ τοὺς δεκατρεῖς μόνο τρεῖς ἀλκοολικοὶ ὑπάρχουν. Πῶς ἔγινε τὸ θαῦμα; ὁ ἅγιος ἐπίσκοπος τῆς περιοχῆς (γνωστὸς στὸ Πανελλήνιο γιὰ τὶς ἀρετές του) ἔστειλε ἕνα παπᾶ (ὑπάρχουν δύο κατηγορίες παπάδων· παπᾶδες Ἰοῦδες ποὺ ἀγαποῦνε τὸ χρυσό, καὶ παπᾶδες Ἄγγελοι ποὺ ἀγαποῦνε τὸ Χριστό). Ἔστειλε λοιπὸν ἐκεῖ ἕνα παπαδάκι ἀγράμματο. Πῆγε στὰ σπίτια τῶν ἀλκοολικῶν. Καὶ ἔκλαψε μαζί τους. Κι ἀπὸ τοὺς δεκατρεῖς οἱ δέκα ἔσπασαν τὰ ποτήρια· δὲν πίνουν πλέον. Ὅπου δηλαδὴ ὑπάρχει φροντίδα καὶ ἐργασία πνευματική, ὅπου ὑπάρχει κήρυγμα καὶ κατηχητικό, ἐκεῖ διορθώνεται ὁ κόσμος.

Αὐτὸν ἀκριβῶς τὸ σκοπὸ ἔχει ἡ Ἐκκλησία μας. Ἡ Ἐκκλησία ὀνομάζεται λιμάνι, σπίτι τοῦ Θεοῦ, φυγαδευτήριο δαιμόνων. Ναί, δὲν εἶνε ψέμα· ὅποιος μπῇ στὴν ἐκκλησία μὲ δάκρυα, μὲ πόνο, μὲ πίστι, ἐκεῖνος βλέπει τὸ θαῦμα. Μαῦρος μπαίνει, λευκὸς σὰν τὸ χιόνι βγαίνει. Ἁμαρτωλὸς μπαίνει, ἅγιος βγαίνει. Λῃστὴς μπαίνει, καὶ γίνεται μάρτυρας τῆς πίστεως. Αὐτὰ τὰ θαύματα κάνει ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία. Καὶ τὸ συμπέρασμα ποιό εἶνε; Ὅτι ὁ μόνος δρόμος γιὰ νὰ σωθοῦμε, εἶνε νὰ πιστέψουμε εἰλικρινῶς στὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, τὸν ὁποῖον λατρεύουν τὰ σύμπαντα, οἱ ἄγγελοι καὶ πάντες οἱ ἅγιοι. Ἀμήν.