Κυριακὴ πρὸ Χριστοῦ Γεννήσεως, Κήρυγμα

(Ματθ. 1,1-25)

ΙΗΣΟΥΣ = ΣΩΤΗΡ

«Τέξεται δὲ υἱὸν καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν· αὐτὸς γὰρ σώσει τὸν λαὸν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν. …Καὶ ἐκάλεσε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν» δηλαδή, «Θα γεννήση δε υιόν, και συ (Ιωσήφ ο οποίος σύμφωνα με τον νόμον θεωρείσαι προστάτης και πατέρας του) θα το ονομάσης Ιησούν (δηλαδή Θεόν-Σωτήρα) διότι αυτός θα σώση πράγματι τον λαόν του από τας αμαρτίας αυτών. …Και εκάλεσεν ο Ιωσήφ το όνομα του παιδίου Ιησούν.» (Ματθ. 1,21,25)

 

ΚΑΘΕ ἄνθρωπος, ἀγαπητοί, ποὺ ἔρχεται στὸν κόσμο αὐτόν, παίρνει ἕνα ὄνομα. Μὲ τὸ ὄνομα εἶνε γνωστὸς στὴν κοινωνία, ξεχωρίζει ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους. Ὅσοι ἄνθρωποι, τόσα καὶ ὀνόματα. Ἐμεῖς σ᾿ αὐτὴν ἐδῶ τὴ μικρὰ γωνία τῆς γῆς ἔχουμε ὡραῖα ὀνόματα, ποὺ ὑπενθυμίζουν τὸ παρελθὸν τῆς χριστιανοσύνης. Τὰ ὀνόματα αὐτά, ποὺ πήραμε τὴν ὥρα τῆς βαπτίσεως στὴν κολυμβήθρα, τὰ ἔφεραν μεγάλοι ἅγιοι καὶ μάρτυρες. Καὶ τὰ ὀνόματα αὐτὰ πρέπει νὰ τὰ τιμήσουμε.

Ἀλλ᾿ ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ὀνόματα τῆς καινῆς διαθήκης, ὑπάρχουν καὶ ὀνόματα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Καὶ τέτοια ὀνόματα, ἀνθρώπων ποὺ ἁγίασαν προτοῦ ἀκόμη γεννηθῇ ὁ Χριστός, ἀναφέρει σήμερα τόσο ὁ ἀπόστολος (Ἑβρ. 11,9-10,32-40), ὅσο καὶ τὸ εὐαγγέλιο (Ματθ. 1,1-25). Ἀκούσαμε πολλὰ ὀνόματα. Εἶνε οἱ προπάτορες τοῦ Χριστοῦ κατὰ σάρκα. 46 περίπου ὀνόματα ἀναφέρει σήμερα τὸ εὐαγγέλιο, ποὺ εἶνε μιὰ ὁλόκληρη ἱστορία.

Ἀλλά, ἀδελφοί, ἀπ᾿ ὅλα τὰ ὀνόματα τοῦ κόσμου ἐμεῖς ξεχωρίζουμε ἕνα. Εἶνε «τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα» (Φιλιπ. 2,9). Εἶνε ὄνομα ποὺ δὲ᾿ θὰ σβήσῃ ποτέ στὸν κόσμο, ὄνομα ἀθάνατο. Εἶνε ὄνομα ποὺ ἀνάβει φωτιὰ στὴν καρδιά. Ὄνομα ποὺ τρέμουν οἱ δαίμονες καὶ ὑμνοῦν οἱ ἄγγελοι. Καὶ τὸ ὄνομα αὐτὸ εἶνε ἐκεῖνο ποὺ πῆρε κατ᾿ ἐντολὴν τοῦ ἀγγέλου τὸ Θεῖο βρέφος τῆς Βηθλεέμ, ὅπως ἀκούσαμε· «Καὶ ἐκάλεσε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν» (Ματθ. 1,25).

Τί σημαίνει τὸ ὄνομα Ἰησοῦς; Ἀξίζει νὰ τὸ ἐξετάσουμε, ἂν θέλουμε νὰ ἑορτάζουμε τὰ Χριστούγεννα ὄχι τυπικῶς ἀλλὰ οὐσιαστικῶς.

 «Καὶ ἐκάλεσε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν». Τὸ ὄνομα Ἰησοῦς δὲν εἶνε ἑλληνικό. Εἶνε λέξις ἑβραϊκή, καὶ σημαίνει ὅ,τι καὶ ἡ ἑλληνικὴ λέξις σωτήρ. Ὁ ἄπιστος, ποὺ ἀκούει ὅτι ὁ Χριστὸς ὀνομάζεται σωτήρ, παραξενεύεται καὶ σοῦ λέει· ―Καὶ τί ἔκανε ὁ Χριστὸς στὸν κόσμο γιὰ νὰ τὸν ὀνομάσουμε σωτῆρα;…

Τί εἶπες; Ἐκεῖ λοιπὸν καταντήσαμε· νὰ ἀμφισβητῆται ὁ Χριστός, ἐνῷ φτάνουν νὰ ὀνομάζωνται σωτῆρες – ποιοί; κακοῦργοι καὶ λῃσταί! Δὲν ἔχουμε καιρὸ νὰ τὸ ἀναπτύξουμε αὐτό. Ὑπῆρξαν ὡρισμένοι πού, ἐνῷ ἔβαψαν τὰ χέρια τους στὸ αἷμα, τοὺς ὠνόμασαν σωτῆρες· καὶ τὸν πραγματικὸ Σωτῆρα δὲν τὸν λατρεύσανε. Καὶ τί νὰ ποῦμε στὴν Πατρίδα μας:

«Σωτῆρες πάλι ἐγέμισεν Ἑλλὰς ἡ δυστυχής!

Σωτῆρες εἶναι τ' ἄφθονα φροῦτα τῆς ἐποχῆς!

Ἡ εὐτυχία πλάκωσε κι ἰδοῦ τὴν ἐπί "θύραις"!

Πιὰ δὲν ὑπάρχουν Ἕλληνες!

Ὑπάρχουνε Σωτῆρες!

Ἐδῶ Σωτήρ, ἐκεῖ Σωτήρ, Σωτὴρ καὶ παραπέρα,

βγάζει ἐκατὸ τουλάχιστον Σωτῆρες κάθε ἡμέρα.

Κι ὅλο πληθαίνει ἀκράτητα Σωτήρων ἡ σωρεία!

Θὰ παῦσ' ἡ Ἑλλὰς νὰ εἶν' Ἑλλάς!

Θὰ γίνει Σωτηρεία!

Ἀλλ' εἰς οὐδὲν θὰ ὠφεληθεῖ κι ἀπ' τὸν Σωτήρειον πλοῦτον.

Γιατ' εἶν' ὅλοι οἱ Σωτῆρες της, Σωτῆρες τοῦ ἐαυτοῦ των.

Κι ἀφοῦ μοχθήσουνε γι' αὐτὸν, κοπιάσουν καὶ ἰδρώσουν,

ὕστερα τὴν πατρίδα των δεν εὐκαιροῦν νὰ σώσουν...»

 

Ἰησοῦς = Σωτήρ. Ἀπὸ ποιό λοιπὸν κίνδυνο μᾶς ἔσωσε ὁ Χριστός; Ὁ ἄνθρωπος ἀπειλεῖται ἀπὸ πολλοὺς κινδύνους. Κινδυνεύει πρῶτα – πρῶτα ἀπὸ τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως· τὴ φωτιὰ ποὺ γίνεται πυρκαϊὰ καὶ ἀποτεφρώνει, τὸ νερὸ ποὺ φέρνει κατακλυσμὸ καὶ πνίγει, τὸν ἀέρα ποὺ ἅμα γίνῃ ψυχρὸς παγώνει τὰ πάντα· ἀπὸ τὸν κεραυνό, τὸ σεισμό, κ.τ.λ.. Κινδυνεύει ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ ἄγρια θηρία, ἀλλὰ κι ἀπὸ κακοὺς ἀνθρώπους. Δέ᾿ σᾶς εἴπαμε τίποτα. Ἕως ἐδῶ προσέχετε. Ὅταν ἀκοῦτε σεισμό, κεραυνό, πλημμύρα, φωτιά, ἀσθένεια, καρκίνο, θηρία, φίδια, λῃστάς, κάνετε τὸ σταυρό σας. Ὑπάρχει ὅμως κάτι χειρότερο ποὺ δὲν τὸ καταλαβαίνουμε· οὔτε αὐτοὶ ποὺ φέρουμε τὸ μαῦρο ῥάσο, οὔτε σεῖς, κανένας. Ἂν τὸ καταλαβαίναμε, θὰ ἤμασταν Χριστιανοί. Ποιό εἶν᾿ αὐτό; Μία λέξι. Εἶνε αὐτὴ ποὺ γέννησε ὅλα τὰ κακά, καὶ ποὺ ἂν μποροῦσε νὰ ξερριζωθῇ, θὰ γλυτώναμε ἀπ᾿ ὅλα τὰ ἄλλα. Εἶνε σὰν τὸ ἀγκάθι στὸ δρόμο, σὰν τὴν ἀγριάδα στὸ χωράφι, σὰν τὸ σκουλήκι μέσα στὸ μῆλο, σὰν τὸ μικρόβιο μέσα στὸ αἷμα. Ποιό εἶν᾿ αὐτό; Θὰ τὸ ποῦμε, ἀλλὰ θὰ τὸ αἰσθανθοῦμε; Ὦ ἄγγελοι, ὦ Παναγία Δέσποινα, ἂς ἀνοίξουν τὰ μάτια μας νὰ τὸ καταλάβουμε· ἀπ᾿ ὅλα τὰ κακὰ ποὺ δέρνουν τὴν ἀνθρωπότητα, τὸ πιὸ φοβερὸ εἶνε ἡ ἁμαρτία. Ναί, ἡ ἁμαρτία, ποὺ τὴν πίνουμε σὰν κρύο νεράκι, εἴτε αὐτὴ λέγεται πορνεία καὶ μοιχεία, εἴτε πλεονεξία καὶ ἁρπαγὴ καὶ κλοπή, εἴτε φθόνος καὶ ζήλεια, εἴτε ὑπερηφάνεια καὶ ἐγωϊσμός, εἴτε ἄλλο. Αὐτὴ εἶνε τὸ χειρότερο ἀπ᾿ ὅλα τὰ κακά.

―Γιατί, θὰ μοῦ πῆτε, ἡ ἁμαρτία εἶνε χειρότερο ἀπ᾿ ὅλα τὰ κακά;

Διότι πρῶτα – πρῶτα μᾶς φέρνει κόντρα μὲ τὸ Θεό. Ὁ Θεὸς βδελύσσεται τὴν ἁμαρτία. Καὶ ὅποιος ἁμαρτάνει, κάνει ἐχθρὸ ὄχι τὸ γείτονα, ὄχι τὸ νομάρχη, ὄχι τὸν ἀστυνόμο ἢ ἄλλο μεγάλο πρόσωπο· κάνει ἐχθρὸ τὸ Θεό! Κι ὅποιος πάει κόντρα μὲ τὸ Θεό, θὰ γίνῃ στάχτη. Ἐνῷ ἂν ἔχῃς μαζί σου τὸ Θεό, κανένα δὲ᾿ φοβᾶσαι. «Γνῶτε, ἔθνη, καὶ ἡττᾶσθε, ὅτι μεθ᾿ ἡμῶν ὁ Θεός» δηλαδή, «Μάθετε λοιπόν σεις, όλα τα έθνη, ότι ο θεός είναι μαζί μας. Ταπεινωθείτε και υποχωρήστε.» (Ἠσ. 8,9· Ὡρολόγιον τὸ Μέγα, Μέγα Ἀπόδειπνον).

Ἁμαρτάνεις; Ἔρχεσαι κόντρα μὲ τὸ Θεό, ἀλλὰ καὶ κόντρα μὲ τὸ γείτονά σου. Ποιός θέλει δίπλα του τὸν κλέφτη, τὸ μοιχό, τὸν πόρνο, τὸν ὑπερήφανο;… Ἔτσι λοιπόν, μὲ τὰ κακὰ καὶ διεστραμμένα αἰσθήματά σου, διασπᾷς κοινωνικὲς σχέσεις, ἔρχεσαι ἀντιμέτωπος μὲ τὴν κοινωνία.

Ἔχεις ἐχθρὸ τὸ Θεό, ἐχθρὸ καὶ τὴν κοινωνία. Ἀκόμα, τρίτον, μὲ τὴν ἁμαρτία – τί κάνεις; Ῥίχνεις φαρμάκι μέσα στὸ αἷμα, στὰ πνευμόνια, στὴν καρδιά, στὸ στομάχι, στὰ ἔντερα, στὰ νεῦρα σου… Ἀπὸ τὴν ἁμαρτία βγῆκαν ὅλες οἱ ἀσθένειες. «Ἀπὸ τῶν πολλῶν μου ἁμαρτιῶν ἀσθενεῖ τὸ σῶμα, ἀσθενεῖ μου καὶ ἡ ψυχή» (Μικρὸς Παρακλητικὸς Κανών). Τὰ χρόνια θὰ περάσουν. Ἐσὺ κοπέλλα κ᾿ ἐσὺ νέε μου ποὺ ἁμαρτάνετε, ―νὰ τὸ θυμᾶστε, παιδιά ― θ᾿ ἀσπρίσουν τὰ μαλλιά, θὰ πλησιάζετε στὸ θάνατο, ἀλλὰ σὰν κάρβουνο ἡ φωνὴ τῆς συνειδήσεως, θὰ φωνάζῃ· Εἶσαι κλέφτης, εἶσαι μοιχός, εἶσαι πόρνος, εἶσαι φονιᾶς, εἶσαι…, εἶσαι…

Τέταρτο καὶ χειρότερο· ἡ ἁμαρτία θὰ σὲ ῥίξῃ στὰ τάρταρα τοῦ ᾅδου, μέσα στὴν κόλασι. Σὰν ἁμαρτωλὸς ποὺ εἴμαστε, θέλαμε κ᾿ ἐμεῖς νὰ μὴν ὑπάρχῃ κόλασις. Ἀλλὰ ὑπάρχει. Ὅσο βέβαιο εἶνε ὅτι ὑπάρχει νύχτα καὶ χειμώνας καὶ βοριᾶς καὶ κεραυνοὶ καὶ σεισμός, ἄλλο τόσο βέβαιο εἶνε, ὅτι ὑπάρχει κόλασις. Καὶ ὁ διάβολος, ἐσένα ποὺ ἁμαρτάνεις, μὲ μιὰ σπρωξιὰ θὰ σὲ ῥίξῃ στὰ τάρταρα τοῦ ᾅδου.

Αὐτὴ εἶνε ἡ ἁμαρτία. Καὶ ἀπὸ τὸν κίνδυνο αὐτό, τὸν τεράστιο, μᾶς ἔσωσε ὁ Χριστός.

Τελειώνουμε μὲ ἕνα παράδειγμα, γιὰ νὰ καταλάβουμε ἀπὸ τί μᾶς ἔσωσε ὁ Χριστὸς καὶ γιατί αἰώνιος τίτλος του εἶνε Σωτήρ. Ἔγραψαν κάποτε οἱ τοπικὲς ἐφημερίδες τὸ ἑξῆς. Στὴ Σύμη ἕνας χειριστὴς ἐργαζόταν σὲ ἐκσκαφέα στὸ δρόμο τοῦ Πανορμίτου, βαρὺ μηχάνημα 19 τόννων. Ξαφνικὰ τὸ μηχάνημα γλίστρησε μὲ τὶς βροχές, ἀναποδογύρισε, καὶ πλάκωσε τὸ δυστυχισμένο αὐτὸν ἄνθρωπο, χωρὶς νὰ τὸν σκοτώσῃ. Ὅπως τὸ ποντίκι πιάνεται στὴ φάκα, ἔτσι παγιδεύτηκε κι αὐτὸς κάτω ἀπὸ τὸ τεράστιο μηχάνημα, καὶ φώναζε ἀπὸ ᾿κεῖ· Σῶστε με!… Μαζεύτηκε κόσμος, ἄντρες – γυναῖκες, μικροὶ – μεγάλοι. Ἄκουγαν τὴ σπαρακτική του φωνή, ποιός ὅμως νὰ κουνήσῃ μηχάνημα 19 τόννων; Ἦρθε ἡ ἀστυνομία, φώναξαν μηχανικοὺς δικούς μας καὶ ξένους, φέρανε γερανό. Κανένας ὅμως δὲν ἀνελάμβανε. Γιατὶ ἂν μὲ τὴ μετακίνησι τὸν σκότωναν;… Ἐπὶ τέλους βρέθηκε ἕνα παιδὶ ποὺ ἤξερε ἀπὸ γερανούς· ἦταν καὶ πιστὸς νέος. Αὐτὸς ἔκανε τὸ σταυρό του καὶ λέει· ―Παναγία, Ἅγιε Παερμιώτη μου, βοήθα. Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, βοήθησέ με… Ἀνέβηκε στὸ γερανό, καὶ μὲ μιά, δυό, τρεῖς κινήσεις, ἀνασήκωσε τὸ μηχάνημα καὶ ὁ ἄνθρωπος ἐλευθερώθηκε. Τότε ἐκεῖνος, μόλις βγῆκε κάτω ἀπὸ τὸν ἐκσκαφέα, ἔπεσε στὰ πόδια τοῦ νέου καὶ τοῦ εἶπε· ―Εἶσαι σωτήρας μου!…

Μᾶς καταλάβατε γιατί τὸ εἴπαμε; Ὦ ἀδέρφια! Ἐμεῖς ἤμεθα κάτω ἀπὸ τὸν ἐκσκαφέα, τὴ μπουλντόζα τῆς ἁμαρτίας. Ἤμεθα ὅλοι, ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος (πρβλ. Ῥωμ. 7,24), κάτω ἀπὸ τὴν πίεσι τοῦ τεραστίου αὐτοῦ ὄγκου ποὺ λέγεται ἁμαρτία. Παγιδευμένοι ἐκεῖ, φωνάζαμε· Σῶστε μας! Ἦρθαν προφῆται, πατριάρχαι, ἅγιοι καὶ δίκαιοι, μὰ κανείς δὲ᾿ μποροῦσε νὰ κουνήσῃ τὸ βάρος τῆς ἁμαρτίας. Καὶ ἦρθε ἐπὶ τέλους ὁ Χριστός. Καὶ μὲ τὸν τίμιό του σταυρὸ σὰν γερανὸ ἅρπαξε καὶ σήκωσε αὐτὴ τὴ μπουλντόζα τῆς ἁμαρτίας, κ᾿ ἐμεῖς βγήκαμε ἀπὸ κάτω ἀπὸ τὴν παγίδα· καὶ πέσαμε στὰ πόδια του καὶ τοῦ λέμε· Σὺ εἶσαι ὁ Σωτήρας μας! Γι᾿ αὐτὸ λοιπόν, ἀδελφοί, ὁ Χριστὸς ὠνομάστηκε Σωτήρας. Δὲ᾿ μᾶς ἔσωσε ἀπὸ ἕνα τυχαῖο κίνδυνο. «Καὶ ἐκάλεσε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν».

Σᾶς ρωτᾶμε, ἀδέρφια, νὰ μᾶς πῆτε ἀλήθεια, ὄχι ψέματα· Μέσα στὰ ὀνόματα ποὺ ἀγαπᾶτε, ποὺ λαχταρᾶτε, ποὺ τὰ στολίζετε μὲ ἐπαίνους, σεῖς οἱ νέοι καὶ οἱ νέες, σεῖς οἱ ἄντρες καὶ οἱ γυναῖκες· μεταξὺ τῶν ὀνομάτων αὐτῶν εἶνε πρῶτο τὸ ὄνομα Ἰησοῦς; Αὐτὸ ἀξίζει νὰ μᾶς συγκινῇ. Τὸ ὄνομα Ἰησοῦς Χριστός· ὅν, παῖδες, εὐλογεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν.