Κυριακή του Τυφλού

 

Κάθε χρόνο την πέμπτη Κυριακή μετά το Πάσχα (21 Μαΐου το 2017), η Εκκλησία θυμάται τη συνάντηση του Ιησού Χριστού με έναν εκ γενετής τυφλό και το θαύμα της θεραπείας του.

Σύμφωνα με το ευαγγέλιο του Ιωάννη (θ’, 1 - 38), ο Ιησούς Χριστός περπατώντας με τους μαθητές σε κάποιο δρόμο της Ιερουσαλήμ αντίκρυσε έναν εκ γενετής τυφλό. Οι μαθητές του τον ρώτησαν εάν ο άνθρωπος αυτός τυφλώθηκε από τις αμαρτίες των γονέων του ή τις δικές του κι έλαβαν την απάντηση ότι γεννήθηκε τυφλός για να φανερωθούν τα έργα του Θεού.

 

Ο Ιησούς Χριστός δεν έχασε χρόνο και αφού έπτυσε κάτω, έφτιαξε πηλό, τον οποίο τοποθέτησε στους οφθαλμούς του τυφλού και του είπε να πάει να πλυθεί στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ. Ο τυφλός υπάκουσε, πήγε, πλύθηκε και γύρισε πίσω έχοντας το φως του.

 

Οι γείτονες απόρησαν όταν τον είδαν να βλέπει και τον έφεραν ενώπιον των Φαρισαίων. Ο πρώην τυφλός τους διηγήθηκε τον τρόπο της θεραπείας του και τον άνθρωπο που τον θεράπευσε και κάποιοι από τους τυπολάτρες Φαρισαίους συμπέραναν ότι ο Ιησούς δεν ήταν άνθρωπος του Θεού, επειδή δεν τήρησε την αργία του Σαββάτου για τους Ιουδαίους. Και διερωτώντο πώς ένας αμαρτωλός άνθρωπος μπορεί να πραγματοποιεί θαύματα.

 

Θεώρησαν τότε ότι ο άνθρωπος αυτός τους έλεγε ψέμματα και κάλεσαν τους γονείς του, οι οποίοι επιβεβαίωσαν ότι ο γιος τους ήταν τυφλός εκ γενετής και τώρα βλέπει. Ο πρώην τυφλός υποστήριξε ενώπιόν τους ότι ο άνθρωπος που τον θεράπευσε δεν μπορεί παρά να ήταν προφήτης και σταλμένος από τον Θεό. Οι Φαρισαίοι αγανάκτησαν με τα λεγόμενά του και τον έβγαλαν έξω από τον τόπο της συνεδρίασής τους.

 

Ο Ιησούς έμαθε τα καθέκαστα κι επιδίωξε να συναντήσει τον πρώην τυφλό, τον άνθρωπο που θεράπευσε. Μόλις του απεκάλυψε την ιδιότητά του, ο τυφλός πίστεψε και τον προσκύνησε.

Υμνολογία

Κοντάκιο Ήχος δ'.

 

Της ψυχής τα όμματα πεπηρωμένος, σοι Χριστέ προσέρχομαι, ως ο τυφλός εκ γενετής, εν μετανοία κραυγάζων σοι· Συ των εν σκότει το φως το υπέρλαμπρον.

Μεγαλυνάριο Ήχος πλ.δ'.

 

Ήνοιξας Σωτήρ μου τους οφθαλμούς, του τυφλού εκ μήτρας, ως φιλάνθρωπος πλαστουργός, του πηλού τη χρήσει, και Σιλωάμ τη νίψει· διο σε ωμολόγει, Θεόν και Κύριον.