ΚΗΡΥΓΜΑΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΕΟΡΤΩΝ

 

 

Εὐαγγελισμὸς τῆς Θεοτόκου- 25 Μαρτίου

ΤEΛΟΣ ΣΤΗΝ ΤΡΑΓΩΔΙΑ!

«Εὐαγγελίζου, γῆ, χαρὰν μεγάλην· αἰνεῖτε, οὐρανοί, Θεοῦ τὴν δόξαν» (θ΄ ᾠδὴ Εὐαγγελισμοῦ)

 

ΕΟΡΤΗ, ἀγαπητοί, ἑορτὴ μεγάλη, λαμπρά, πανέκλαμπρος. Προκαλεῖ ῥίγη συγκινήσεως στὸν Ἕλληνα καὶ τὸν Χριστιανό. Ἑορτὴ διπλῆ, ἐθνικὴ καὶ θρησκευτική. Θὰ μιλήσουμε ἐπὶ τῆς θρησκευτικῆς σημασίας τῆς ἑορτῆς, καὶ τὸ θέμα, ὡς μεταφυσικό, εἶνε δυσκολώτερο· χρειάζονται εἰδικὲς κεραῖες γιὰ νὰ συλλάβῃ κανεὶς τὰ μηνύματα.

«Εὐαγγελισμός»! Εἶνε λέξι τῆς ὡραίας ἑλληνικῆς γλώσσης, ποὺ μόνο αὐτὴ γνωρίζει νὰ ἐκφράζῃ καὶ τὶς πιὸ ὑψηλὲς καὶ λεπτὲς ἔννοιες. «Εὐαγγελισμὸς» θὰ πῇ «καλὴ εἴδησις». Τώρα ἀνάξια τέκνα τῆς πατρίδος, ἐκχυδαϊσταί, ποὺ μισοῦν τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα ―ποὺ κυβερνοῦν―, ξέρετε πῶς θέλουν νὰ μεταφράσουν τὴ λέξι «εὐαγγελισμός»; Ἀκοῦστε καὶ φρίξτε· «καλὸ χαμπάρι» (τούρκικα δηλαδή) ἢ «καλὸ μαντάτο» (ἰταλικὰ δηλαδή)! Καὶ τὸν ἀγγελιαφόρο ποὺ ἔφερε τὸ μήνυμα, τὸν ἀρχάγγελο Γαβριήλ, θέλουν νὰ τὸν μεταφράσουν «χαμπεροφόρο»«μαντατοφόρο»!  Σὲ τέτοιο ἐκχυδαϊσμὸ θέλουν νὰ ῥίξουν τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα, ἡ ὁποία σήμερα βρίσκει ἄσυλο στὴν Ἐκκλησία μας. «Εὐαγγελισμὸς» ἴσον «καλὴ εἴδησις».

Καὶ ποιά εἶνε αὐτὴ ἡ εἴδησις;

Ὁ ἄνθρωπος, ἀδελφοί, δὲν εἶνε ἕνα τυχαῖο δημιούργημα, μία συμπαιγνία τῆς τύχης, μία χημικὴ ἕνωσις ἀπὸ τὴν σύνθεσι διαφόρων στοιχείων· εἶνε ἕνα καλλιτέχνημα, ἕνα μεγαλούργημα. Εἶνε εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ πλάστηκε «κατ᾽ εἰκόνα καὶ καθ᾽ ὁμοίωσίν» του (Γέν. 1,26). Πλάστηκε νὰ ζῇ εὐτυχισμένος. Ἀλλὰ δυστυχῶς συνέβη σ᾽ αὐτὸν κάτι τραγικό. Ἕνας σεισμὸς ἀόρατος συνέσεισε τὴν ὕπαρξί του. Ἐνῷ ζοῦσε στὴν Ἐδέμ, παρέβη τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἁμάρτησε, καὶ ἐκδιώχθηκε ἀπὸ τὸν παράδεισο. Ἔκτοτε ζῇ στὴ γῆ αὐτὴ μιὰ ζωὴ ἀθλία. Νοσταλγεῖ τώρα. Σὲ ὅλους τοὺς λαοὺς ὑπάρχει ὡς παράδοσι «ὁ ἀπολεσθεὶς παράδεισος», ποὺ ἔγραψε ὁ Δάντης. Ὅλοι οἱ λαοὶ τῆς ὑφηλίου νοσταλγοῦν τὴν ὡραία ἐκείνη ζωή, τὸν χρυσὸν αἰῶνα, τότε ποὺ οἱ ἄνθρωποι ζοῦσαν μὲ ἀγάπη καὶ εἰρήνη καὶ δικαιοσύνη.

Νοσταλγοὶ λοιπὸν οἱ ἄνθρωποι τοῦ πρώτου ἐκείνου κόσμου, πρὸ τῆς πτώσεως τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῆς Εὔας. Ἀναστενάζουν γιὰ τὴν ἀθλιότητα τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, καὶ οἱ ἀναστεναγμοὶ αὐτοὶ ἀκούγονται ἀπὸ τὰ στόματα ἐξόχων πνευμάτων (συγγραφέων, ῥητόρων, ἱστορικῶν καὶ φιλοσόφων) ὅλης τῆς γῆς. Γιὰ νὰ φανῇ ὅτι αὐτὸς ὁ πόθος τῆς λυτρώσεως ἦταν παγκόσμιος, ἀναφέρουμε τὸν Θουκυδίδη, ἐπιστήμονα ἱστορικό, ὁ ὁποῖος φιλοσοφώντας μπροστὰ στὰ φοβερὰ ἐγκλήματα τῆς ἱστορίας, ἔλεγε μελαγχολικά· δυστυχῶς, «πάντες οἱ ἄνθρωποι πεφύκασι τοῦ ἁμαρτάνειν», ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἶνε γεννημένοι νὰ ἁμαρτάνουν. Τὸ ἴδιο νόημα κάποιος ἄλλος τὸ εἶπε ὡς ἑξῆς· «φύσιν πονηρὰν μεταβαλεῖν οὐ ῥάδιον».

Ἕνας τραγικὸς ποιητής, ὁ Εὐριπίδης, περιγράφοντας στὸ πρόσωπο τῆς Μήδειας τὴν ἐγκληματικότητα τοῦ ἀνθρώπου, ἀναστενάζει καὶ λέει·        «-Βλέπω τὸ καλό, καταλαβαίνω ποιό εἶνε, ἀλλὰ μέσα μου μία ἀκατανίκητη δύναμι (ὁ θυμὸς καὶ τὰ πάθη) καταργοῦν τὴ λογικὴ καὶ μοῦ ἐπιβάλλουν τὴ λογικὴ τῶν παθῶν.» Ἄλλος ποιητής, ὁ Σοφοκλῆς, ἔλεγε· «Πολλὰ τὰ δεινὰ κοὐδὲν ἀνθρώπου δεινότερον πέλει»· πολλὰ τὰ φοβερὰ στὸν κόσμο τοῦτο, μὰ δὲν ὑπάρχει τίποτα πιὸ τρομερὸ ἀπ᾽ τὸν ἄνθρωπο (Ἀντιγόνη, στίχοι 332-333). Καὶ ὁ Αἰσχύλος ―πρὸ παντὸς αὐτός― ζωγράφισε τὴν τραγικότητα τοῦ ἀνθρώπου στὴ μορφὴ τοῦ Προμηθέως. Ὁ Προμηθεὺς εἶνε ὁ παραβάτης τοῦ θείου θελήματος, γιατὶ ἔκλεψε τὸ πῦρ ἀπὸ τοὺς θεούς. Καὶ τὸν παρουσιάζει νὰ εἶνε κατάδικος, δεμένος μὲ ἁλυσίδες ἐπάνω στὸν Καύκασο, καὶ κάθε μέρα ἕνα ὄρνεο νὰ ἔρχεται καὶ νὰ τοῦ κατασπαράζῃ τὸ συκώτι.

Αὐτὰ οἱ πρόγονοί μας, οἱ ἐθνικοί. Ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος ἡ θεόπνευστη Βίβλος. Ἀκοῦμε τὸν Ἰὼβ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη νὰ βεβαιώνῃ· «Ποιός θὰ μείνῃ καθαρὸς ἀπὸ ῥύπο ἁμαρτίας; Οὔτε ἕνας, ἔστω κι ἂν ἡ ζωή του εἶνε μία μέρα πάνω στὴ γῆ» (᾿Ιὼβ 14,4-5). Καὶ ὁ Δαυῒδ ψάλλει· «Ἐν ἀνομίαις συνελήφθην καὶ ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου», μέσα σὲ ἀνομίες μὲ συνέλαβε καὶ μέσα σὲ ἐφάμαρτες ἐπιθυμίες ἔμεινε ἔγκυος ἡ μητέρα μου (Ψαλμ. 50,7).

Ὅλοι λοιπὸν οἱ λαοί, καὶ Εὐρωπαῖοι καὶ Ἀσιᾶται, καὶ Κινέζοι καὶ Ἰάπωνες καὶ Ἀμερικανοὶ καὶ Ἀφρικανοί, ζητοῦν λύτρωσι. Εἶνε παγκόσμιος ὁ πόθος τῆς λυτρώσεως. Μὰ ὁ ἄνθρωπος δὲν μποροῦσε νὰ λυτρωθῇ μόνος του. Γι᾽ αὐτὸ ἦρθε στὸν κόσμο ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Ἦρθε! Εἶνε τὸ πιὸ μεγάλο, τὸ κοσμοϊστορικὸ γεγονός. Ἦρθε ὡς υἱὸς ἀνθρώπου. Γεννήθηκε ἀπὸ τὴν Παρθένο Μαρία. Καὶ ἐδῶ οἱ ὀρθολογισταὶ ἐκφράζουν ἀντιρρήσεις· Εἶνε δυνατὸν μία παρθένος νὰ γεννήσῃ;

Τί ἔχουμε ν᾽ ἀπαντήσουμε;

Ἔχουμε μπροστά μας ἕνα μυστήριο. Ἀλλὰ τοὺς ἐρωτοῦμε· Εἶνε αὐτὸ τὸ μόνο μυστήριο; Τὸ μυστήριο ἁπλώνεται παντοῦ γύρω μας. Εἶνε γεμᾶτος ὁ κόσμος ἀπὸ μυστήρια.  Τί εἶνε βαρύτης; τί εἶνε ἠλεκτρισμός; τί εἶνε μαγνητισμός; τί εἶνε ἀτομικὴ ἐνέργεια;…

Ἡ ἐπιστήμη ἀκόμα ἐρευνᾷ, καὶ κυρίως περιγράφει· δὲν ἐξηγεῖ, δὲν εἰσέρχεται στὸ βάθος, στὴν οὐσία τῶν πραγμάτων. Ἀπὸ τὶς οὐράνιες σφαῖρες μέχρι τὸ ἄτομο τῆς ὕλης, παντοῦ μυστήρια. Ἂς λύσουν λοιπὸν οἱ ἄνθρωποι πρῶτα τὰ μυστήρια τοῦ φυσικοῦ κόσμου, καὶ μετὰ ἂς τολμοῦν ν᾽ ἀμφισβητοῦν πραγματικότητες τοῦ ὑπερφυσικοῦ κόσμου.

Ἡ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου, καὶ τοῦ πιὸ σοφοῦ, εἶνε πολὺ μικρή. Πάντοτε θὰ ἀληθεύῃ αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ Σωκράτης· «Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα», «ἕνα πράμα ξέρω, ὅτι δὲν ξέρω τίποτα». Ταπεινώσου λοιπόν, ἄνθρωπε, μπροστὰ στὸ μέγα μυστήριο τῆς σημερινῆς ἑορτῆς. Πίστεψε ὅπως πίστευε ἡ ταπεινὴ γιαγιά σου, ὅπως πίστευαν οἱ γενεὲς τῶν προγόνων μας, ὅπως πίστευαν οἱ ἥρωες τοῦ ᾽21. Ἀγράμματοι αὐτοί, ἀλλὰ εἶχαν φόβο καὶ πίστι Θεοῦ, κι ἀγαποῦσαν τὴν Παναγία. Ν᾽ ἀναφέρουμε παραδείγματα;

            Ὁ Κολοκοτρώνης, ὁ γέρος τοῦ Μοριά. Ὅταν ὁ Ἰμπραὴμ σάρωνε τὴν Πελοπόννησο καὶ σκόρπιζε πανικό, αὐτὸς μόνο δὲν ἔχασε τὴν ἐλπίδα. Μπῆκε σ᾽ ἕνα ᾽ξωκκλήσι τῆς Παναγιᾶς, γονάτισε καὶ προσευχήθηκε. Ὅταν βγῆκε ἔλαμπε. Καὶ τί εἶπε; Μιὰ προφητεία· «Ἡ Παναγία ὑπέγραψε τὴν ἐλευθερία τῆς πατρίδος, καὶ δὲν παίρνει πίσω τὴν ὑπογραφή της».

            Ἀκόμη περισσότερο πίστευε ὁ Μακρυγιάννης, ἀγωνιστὴς ποὺ τὸ κορμί του ἦταν κόσκινο ἀπὸ τὶς σφαῖρες. Εἶχε στὸ σπίτι του μιὰ εἰκόνα τῆς Παναγίας καὶ κάθε βράδυ μὲ τὴ γυναῖκα καὶ τὰ παιδιά του γονάτιζε καὶ προσευχόταν. Τὸν ἐπισκέφθηκε κάποτε ἕνας Γάλλος ἀπὸ τὸ Παρίσι, πολιτικάντης ἐπηρεασμένος ἀπὸ τὶς ἀθεϊστικὲς ἰδέες τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως, καὶ βρῆκε τὴν εὐκαιρία νὰ χλευάσῃ τοὺς ἀγωνιστὰς ἐκείνους.

―Ἀγράμματοι εἶστε, λέει, καὶ καταφεύγετε σὲ εἰκονίσματα, προσευχές, κεριὰ καὶ λιβάνια. Αὐτὰ εἶνε πράγματα μπόσικα (ἀσθενῆ δηλαδή). Λέτε, πὼς ὁ Χριστὸς ἔμεινε ἐννιὰ μῆνες μέσ᾽ στὴν κοιλιὰ τῆς Παναγιᾶς. Τί εἶν᾽ αὐτά; Ἐμεῖς οἱ μορφωμένοι δὲν τὰ πιστεύουμε.

            ―Λάθος κάνεις, κύριε, τοῦ λέει ὁ Μακρυγιάννης. Γιά βγὲς ἔξω, ῥίξε μιὰ ματιὰ στὴ φύσι· δὲς τὸν ἥλιο, τὸ φεγγάρι, τὰ ἄστρα. Ποῖος τὰ ἔκανε αὐτὰ ὅλα; Ὁ Θεός. Ἔ, αὐτὸς ποὺ ἔκανε τὸ σύμπαν, δὲν μποροῦσε νὰ κάνῃ καὶ αὐτό, ποὺ εἶνε εὐκολώτερο, νὰ γεννηθῇ δηλαδὴ ὡς ἄνθρωπος ἀπὸ γυναῖκα;…

Ὁ ἁπλὸς λαός μας νιώθει τὴν ἔννοια τοῦ «Εὐαγγελισμοῦ» καὶ πανηγυρίζει τὴν ἡμέρα αὐτὴ καὶ στὴν Τῆνο καὶ παντοῦ, κι ἂς μὴ γνωρίζῃ τὴν ἀκριβῆ μετάφρασι τῆς λέξεως κι ὅτι εἶνε σύνθετη ἀπὸ τὸ «εὖ» καὶ τὸ «ἀγγέλλω».

Τί εἶνε, ἀγαπητοί μου, ὁ Εὐαγγελισμός;

Σᾶς δίνουμε μιὰ εἰκόνα καὶ τελειώνουμε. Εἶνε τὸ οὐράνιο τόξο. Ὅπως τὸν καιρὸ τοῦ Νῶε τὸ οὐράνιο τόξο ἦταν σημάδι ὅτι σταμάτησε ὁ κατακλυσμός, ἔτσι καὶ τὸ σημερινὸ μήνυμα τοῦ ἀρχαγγέλου Γαβριὴλ σκορπίζει τὴν ἐλπίδα στὴν ἀνθρωπότητα.

            Ποιά ἐλπίδα;

Ὅτι ἡ τραγῳδία ―ναί, διότι τραγῳδία εἶνε ἡ ζωή, ὄχι διασκέδασι καὶ ἀπόλαυσι―, ἡ τραγῳδία δὲν θὰ διαιωνισθῇ. Ἄρχισε ἀπὸ τὸν κῆπο τῆς Ἐδέμ, καὶ συνεχίζεται μὲ δράματα ἀτομικά, οἰκογενειακά, ἐθνικά, πανανθρώπινα, μὲ πολέμους, αἱματοχυσίες καὶ ἐρείπια. Ὣς ποῦ θὰ πάῃ;

Ἡ τραγῳδία αὐτὴ θὰ λήξῃ! Αὐτὸ σημαίνει ἡ ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ.

            Δὲν θὰ νικήσουν οἱ σκοτεινὲς δυνάμεις, ὄχι· θὰ νικήσουν οἱ δυνάμεις τοῦ φωτός. Δὲν θὰ νικήσῃ τὸ σκότος, θὰ νικήσῃ τὸ φῶς· δὲν θὰ νικήσῃ ἡ ἀδικία, θὰ νικήσῃ ἡ δικαιοσύνη καὶ ἡ εὐπρέπεια· δὲν θὰ νικήσῃ τὸ ψεῦδος, θὰ νικήσῃ ἡ ἀλήθεια· δὲν θὰ νικήσῃ ὁ σατανᾶς, ὅπως κι ἂν παρουσιάζεται διὰ μέσου τῶν αἰώνων, θὰ νικήσῃ ὁ Χριστός· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.

«Εὐαγγελίζου» λοιπόν, «γῆ, χαρὰν μεγάλην· αἰνεῖτε, οὐρανοί, Θεοῦ τὴν δόξαν» (θ΄ ᾠδὴ Ὄρθρου Εὐαγγελισμοῦ).